Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Μίλαν Κούντερα:"Η Βραδύτητα"


«Η βραδύτητα» του Κούντερα, έργο γραμμένο απευθείας στα γαλλικά, που ο συγγραφέας του αποφεύγει να το χαρακτηρίσει μυθιστόρημα, συνδυάζει κατά τον προσφιλή του τρόπο μυθιστορηματική πλοκή (ή σωστότερα: πλοκές) με δοκιμιακές παρεμβάσεις. Ο συγγραφέας, θέτοντας σε εφαρμογή, θα έλεγε κανείς, ιδέες και απόψεις που διατύπωσε στο αμέσως προηγούμενο έργο του, τις «Προδομένες διαθήκες», συγκρίνει σε ύφος σοβαρό και παιγνιώδες τη γλυκύτητα της ανάμνησης μιας υπέροχης ερωτικής νύχτας στον 18ο αιώνα με τη στυφή γεύση μιας τραγελαφικής ερωτικής νύχτας σήμερα, συγκρίνει την κουφότητα μιας επιδεικτικής χαράς που υπακούει στους νόμους του θεάματος με την έξαρση μιας χαράς που δεν χρειάζεται να διατυμπανιστεί προκειμένου να ολοκληρωθεί. Η σύγκριση διαθέσεων, σταθμών ζωής και εμπειριών οδηγεί αναπόφευκτα και στη σύγκριση ρυθμών. Έτσι, το κείμενο αποδεικνύει ότι η βραδύτητα είναι ο ρυθμός της απόλαυσης και της μνήμης, και ταχύτητα ο ρυθμός της μη ικανοποίησης και της λήθης. Στο βιβλίο του «Η βραδύτητα» ο Κούντερα μας μιλάει κυρίως για την επικούρεια στάση απέναντι στη ζωή, εκφράζοντας παράλληλα τη βαθιά αμφιβολία ότι είναι ποτέ δυνατόν να πραγματοποιηθεί το ηδονιστικό ιδεώδες. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Μίλαν Κούντερα:"Κωμικοί έρωτες".


Οι "Κωμικοί έρωτες", γραμμένοι μέσα σε μια δεκαετία, μεταξύ 1959 και 1968, πριν δηλαδή από το "Αστείο" (1967) και παράλληλα με αυτό, εκδίδονται το 1970 και θεωρούνται έτσι το δεύτερο έργο του Κούντερα. "Ως τα τριάντα μου" λέει σε συνέντευξή του ο Κούντερα "έγραφα διάφορα πράγματα: κυρίως μουσική, αλλά και ποίηση, έγραψα ακόμα κι ένα θεατρικό, [...] αναζητώντας τη φωνή μου, το ύφος μου, αναζητώντας τον εαυτό μου. Με την πρώτη ιστορία των "Κωμικών ερώτων" (γραμμένη το 1959) είχα τη βεβαιότητα πως "με βρήκα". Έγινα πεζογράφος, μυθιστοριογράφος, και δεν είμαι τίποτ' άλλο." Το εντυπωσιακό είναι ότι με το έργο αυτό, που αρθρώνεται σε επτά ανεξάρτητες ιστορίες, ο Κούντερα δεν έχει βρει μόνο τα θέματά του, προαναγγέλλοντας έτσι τα κατοπινά μυθιστορήματά του, αλλά και τα εκφραστικά του μέσα, το ύφος του, πλήρως διαμορφωμένο ήδη. Κωμικοί έρωτες, δηλαδή έρωτες για γέλια, στην κατηγορία μάλλον του ασόβαρου παρά του γελοίου, με τον γνωστό πικρό σαρκασμό με τον οποίο ανατέμνει ο συγγραφέας την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου και της εποχή τους. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο που αποδεσμεύει με γλυκό τρόπο τον αναγνώστη από την καθημερινότητά του και τον εισάγει σ' έναν κόσμο απόλυτα ρεαλιστικό, ερωτικό και συνάμα απολαυστικό. Σχετικά με τη μετάφραση του Γιάννη Η. Χάρη, θεωρούμε ότι πρόκειται από τις ελάχιστες -αν όχι σπάνιες- περιπτώσεις, στις οποίες νομίζει κανείς ότι συγγραφέας και μεταφραστής ταυτίζονται. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι τις περισσότερες μεταφράσεις των βιβλίων του Κούντερα τις έχει κάνει ο ίδιος μεταφραστής. (Στέφανος Ξένος, diavasame.gr)

Μίλαν Κούντερα:"Το Βαλς του αποχαιρετισμού".


Μια ορεινή λουτρόπολη, μια μικρή πόλη ολόκληρος κόσμος, σαν το πανδοχείο του Δον Κιχότη, όπου συναντώνται και συγχέονται ρεαλιστικό και φανταστικό, πραγματικό και εξωπραγματικό (αν και "τίποτα δεν είναι πιο πραγματικό απ' το εξωπραγματικό"). Γυναίκες στείρες που αναζητούν τη γονιμότητα στα ιαματικά νερά, ο ιδιόρρυθμος γιατρός με το δικό του σχέδιο ευγονικής, ο βαθιά θεολογημένος και φιλόσοφος των ηδονών του βίου Αμερικανός ασθενής, ο πρώην πολιτικός κρατούμενος που εγκαταλείπει τη χώρα του ανακαλύπτοντας πως δεν την είχε τελικά γνωρίσει ούτε καν ζήσει, ο διάσημος τρομπετίστας και η όμορφη νοσοκόμα με τ' αχυρόχρωμα μαλλιά στροβιλίζονται σ' ένα αποχαιρετιστήριο βαλς, οδηγημένοι από την απαράμιλλη χορογραφία του Κούντερα. Σ' ένα "μαύρο βοντβίλ" σε πέντε πράξεις, μια κωμωδία φαινομενικά ανάλαφρη, γεμάτη εξαιρετικές συμπτώσεις και ριζικές ανατροπές, τονισμένη με μαύρο χιούμορ κι ακόμα πιο πικρό σαρκασμό, με υπερβολές που αναδεικνύουν την γκροτέσκα πλευρά του τραγικού, οι ήρωες του "Βαλς" αποχαιρετούν μια εποχή. Με το "Βαλς του αποχαιρετισμού" αποχαιρέτησε και ο Κούντερα τη χώρα του, καθώς ήταν το τελευταίο έργο που έγραψε εκεί προτού εγκατασταθεί στη Γαλλία, με την πρόθεση μάλιστα να είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα. Με εύγλωττο αρχικό τίτλο "Επίλογος", το "Βαλς" γράφτηκε το 1971-72, λίγα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, και δεν κυκλοφόρησε στα τσέχικα, παρά εκδόθηκε κατευθείαν σε γαλλική μετάφραση το 1976 στο Παρίσι. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Μίλαν Κούντερα:"Το Βιβλίο του γέλιου και της λήθης".


Ο Μίρεκ που αναζητεί τα γράμματα που είχε γράψει στην παλιά ερωμένη του, προσπαθώντας νε ελέγξει το παρελθόν του, η Τάμινα που αυτοεξόριστη στη Δύση επιχειρεί να σώσει την εικόνα του νεκρού άντρα της από τη λήθη, ανακαλώντας τα ονόματα που της έδινε, ο χορός του Ελυάρ στον ουρανό πάνω από την Πράγα που στέλνει στην αγχόνη τους πολιτικούς της αντιπάλους, ο Κούντερα που γράφει με ψευδώνυμο ωροσκόπια για να επιζήσει, είναι μερικές από τις διαφορετικές ιστορίες που διασταυρώνοντα σ' αυτό το "μυθιστόρημα για το γέλιο και τη λήθη, για τη λήθη και την Πράγα, για την Πράγα και τους αγγέλους". "'Οταν τελείωσα το Βαλς του αποχαιρετισμού, αρχές της δεκαετίας του '70, θεώρησα πως είχε ολοκληρωθεί η συγγραφική μου σταδιοδρομία. Ήταν η περίοδος της ρωσικής κατοχής και η γυναίκα μου κι εγώ είχαμε άλλες έγνοιες. Ξανάρχισα πια να γράφω ένα χρόνο μετά την άφιξή μας στη Γαλλία (και χάρη στη Γαλλία), έπειτα από εξάχρονη πλήρη διακοπή" γράφει ο Μίλαν Κούντερα στις Προδομένες διαθήκες για τη γέννηση του Βιβλίου του γέλιου και της λήθης. 1968, εισβολή των ρωσικών τανκς στην τότε Τσεχοσλοβακία, 1975 ο Κούντερα, που του απαγορεύεται και εκδίδει του έργο του αλλά και να εργάζεται, αυτοεξορίζεται στη Γαλλία, 1978 κυκλοφορεί το Βιβλίο του γέλιου και της λήθης, και αμέσως μετά, το 1979, του αφαιρείται η τσέχικη υπηκοότητα. Δύο χρόνια αργότερα ο Κούντερα παίρνει τη γαλλική υπηκοότητα. Μόνιμα εγκατεστημένος πια στο Παρίσι, Γαλλοτσέχος συγγραφέας, όπως δηλώνει ο ίδιος, αρχίζει από ένα σημείο και μετά να γράφει στα γαλλικά, και, αναθεωρώντας όλες τις προηγούμενες μεταφράσεις των έργων του, συγκροτεί ένα γαλλικό corpus. Το Βιβλίο του γέλιου και της λήθης βρίσκεται έτσι στο μεταίχμιο της συγγραφικής δράσης αλλά και της προσωπικής ζωής του Κούντερα, και αποτελεί ίσως το πιο ιδιόμορφο έργο του, ένα μυθιστόρημα-παραλλαγές, σύμφωνα με το δικό του πάλι χαρακτηρισμό, που συναντά την "μπετοβενική στρατηγική των παραλλαγών" και συναρμόζει αριστοτεχνικά διήγημα, δοκίμιο, φαντασία και αυτοβιογραφία. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Μίλαν Κούντερα:"Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι".


Περισσότερο από κάθε άλλο μυθιστόρημα του Κούντερα, «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα. Η Τερέζα ζηλεύει. Η ζήλια της δαμάζεται την ημέρα αλλά τη νύχτα ξυπνάει, μεταμφιεσμένη σε όνειρα που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ποίηση του θανάτου. Στη μακριά της πορεία συνοδεύεται απ' τον άντρα της, τον Τόμας, μισό Δον Ζουάν, μισό Τριστάνο, που είναι διχασμένος ανάμεσα στον έρωτά του για εκείνη και στους ακατανίκητους πειρασμούς του. Η μοίρα της Σαμπίνας, μιας από τις ερωμένες του Τόμας, απλώνει το νήμα της αφήγησης σε όλο τον κόσμο. Έξυπνη, όχι συναισθηματική, εγκαταλείπει τον Φραντς, τον μεγάλο έρωτά της στη Γενεύη, και κυνηγάει την ελευθερία της από την Ευρώπη στην Αμερική, για να μην μπορέσει στο τέλος να βρει παρά την «αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι». Πραγματικά, ποια αρετή -βαρύτητα ή ελαφρότητα- ανταποκρίνεται καλύτερα στην ανθρώπινη μοίρα; Και πού σταματάει το σοβαρό για να παραχωρήσει τη θέση του στο επιπόλαιο, και αντιστρόφως; Με τη δική του τέχνη του παραδόξου, ο Κούντερα θέτει τα ερωτήματα αυτά σ' ένα σύνθετο κείμενο, ξεκινώντας από μερικά απλά δεδομένα, που όμως αδιάκοπα εμπλουτίζονται με καινούριες αποχρώσεις, μέσα σ' ένα παιχνίδι εναλλαγών όπου συναντιώνται αφήγηση, όνειρο και σκέψη, πρόζα και ποίηση, πρόσφατη και αρχαία ιστορία. Ποτέ άλλοτε ίσως στο έργο του Κούντερα δεν βρέθηκαν ενωμένες όσο μέσα στο κείμενο αυτό η σοβαρότητα και η αφέλεια. Ακόμη και ο θάνατος έχει εδώ ένα πρόσωπο διπλό: μιας γλυκειάς ονειρικής θλίψης και μιας σκληρής μαύρης φάρσας. Γιατί το μυθιστόρημα αυτό είναι επίσης μια μελέτη θανάτου: του θανάτου των ανθρώπινων όντων, αλλά ακόμη και του θανάτου -πιθανού- της γηραιάς μας Ευρώπης. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Μίλαν Κούντερα:"Η ζωή είναι αλλού"


"ΟΛΗ ΤΟΥ Η ΖΩΗ ΗΤΑΝ ΑΠΛΩΣ ΜΙΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΑΝΑΜΟΝΗ ΜΕΣΑ Σ' ΈΝΑΝ εγκαταλειμμένο τηλεφωνικό θάλαμο μπροστά στο ακουστικό ενός τηλεφώνου απ' το οποίο δεν μπορούσε να τηλεφωνήσει πουθενά". Ωστόσο βγαίνει από εκεί, κυρίως χάρη στην ποίηση. Γιατί είναι ποιητής. Τον έχρισε πρώτα η μητέρα του, που σκηνοθετεί από πριν τη ζωή του, και τον βαφτίζει Γιάρομιλ, "που σημαίνει αυτός που αγαπάει την άνοιξη ή αυτός που τον αγαπάει η άνοιξη". Ο Γιάρομιλ μεγαλώνει, κουβαλώντας σαν σημάδι στο μέτωπο τη μητρική αγάπη, αυτήν "που απωθεί τη συμπάθεια των συμμαθητών" στο σχολείο, απέραντα μόνος, αδέξιος με τα κορίτσια. Και αναζητεί απεγνωσμένα την ωρίμανσή του και την αναγνώριση, από την ποίηση, αλλά πιο πολύ από τη ζωή. Έτσι, αρπάζεται από την εποχή, τα πρώτα κομμουνιστικά χρόνια στην Τσεχοσλοβακία - όπου βαδίζει και αυτός, ακολουθώντας την κοινή άλλωστε ανθρώπινη μοίρα, μέσα στην ομίχλη, όπως το διατυπώνει ο ίδιος ο Κούντερα στις υστερότερες "Προδομένες διαθήκες" του. Μέσα στην ομίχλη ο Γιάρομιλ δεν γίνεται απλώς εκφραστής της νέας εποχής και του καθεστώτος, αλλά φτάνει να γίνει καταδότης. Γιατί πάντα αναζητεί τη ζωή, που όμως είναι πάντοτε αλλού από εκεί που την αναζητεί αυτός. Έτσι όπως ήταν αλλού και για τον Σέλλεϋ, τον Ρεμπώ, τον Λέρμοντοφ, τον Μαγιακόφσκι. Παιδική ηλικία, μητρότητα, επανάσταση, η ίδια η ποίηση, αξίες ταμπού, διαβρώνονται μεθοδικά από την ειρωνική ματιά και το χιούμορ του Κούντερα, χωρίς όμως να λείπει η τρυφερότητα, ακόμα και η συγκίνηση, έτσι όπως τις γεννά η βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης μοίρας που διακρίνει όλο το έργο του συγγραφέα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Μίλαν Κούντερα:"Το αστείο".


«Το αστείο», το μυθιστόρημα με το οποίο έγινε παγκοσμίως γνωστός ο Μίλαν Κούντερα, κυκλοφορεί και πάλι, 30 χρόνια έπειτα από την πρώτη του έκδοση στη χώρα μας, σε νέα μετάφραση, με βάση την αναθεωρημένη, οριστική έκδοση του έργου, που πραγματοποιήθηκε στα γαλλικά από τον συγγραφέα. «Ο οπτιμισμός είναι το όπιο του λαού. Το υγιές πνεύμα βρομάει βλακεία. Ζήτω ο Τρότσκι». Με αυτά τα λόγια θέλησε να πειράξει την ενθουσιώδη φίλη του ο Λούντβιχ, ο ήρωας του βιβλίου. Και γι' αυτό το αστείο θα διαγραφεί από το κόμμα, θα αποβληθεί από το πανεπιστήμιο, θα καταταγεί στο στρατό σε τάγμα «τιμωρημένων» και θα υπηρετήσει τη θητεία του δουλεύοντας στα ορυχεία, στα οποία θα παραμείνει «εθελοντικά» άλλα 3 χρόνια. «Το αστείο» γράφτηκε το 1965 και πρόλαβε να εκδοθεί στην Τσεχοσλοβακία το 1967. Την εποχή της «Άνοιξης της Πράγας» και του βίαιου τερματισμού της με την εισβολή των ρωσικών τανκς «Το αστείο» αποτελούσε μια ηχηρή καταγγελία του σοβιετικού σοσιαλιστικού μοντέλου· έγινε έτσι το «ευαγγέλιο της εποχής» και γνώρισε τεράστια επιτυχία διεθνώς. Το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα, όπου κυκλοφόρησε το 1971, με την επιπλέον φόρτιση που συνεπαγόταν για μας η δικτατορία της 21ης Απριλίου και η νωπή διάσταση του έργου, και παραμερίστηκε η καθαυτό μυθιστορηματική του αξία. Γι' αυτό και παρουσιάζει ενδιαφέρον να το επαναπροσεγγίσουμε σήμερα, έπειτα από 30 χρόνια, και να το ανακαλύψουμε στις πραγματικές του διαστάσεις, να ανακαλύψουμε βασικά, πίσω από την υποτιθέμενη πολιτική καταγγελία, το γνωστό μας έκτοτε ιδιότυπο κουντερικό χιούμορ. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) "Το διαβάσαμε για πρώτη φορά σαν Ευαγγέλιο μέσα στη δικτατορία, σ' εκείνο το τομίδιο μικρού σχήματος, με το μαύρο, εγκάρσια μαχαιρωμένο θαρρείς, εξώφυλλο των εκδόσεων «Κάλβος». Η μετάφραση ήταν του Ανδρέα Τσάκαλη -από τα τσέχικα. Ο σταλινικός ολοκληρωτισμός καταγγελλόταν εδώ με συγκλονιστική τόλμη· μαζί μ' έναν σαρκαστικό κυνισμό που έκανε τα εφηβικά μας αντανακλαστικά να μουδιάζουν. Και τώρα το ξαναδιαβάζουμε, στην καινούρια ελληνική μετάφρασή του, με βάση την αναθεωρημένη γαλλική έκδοση, με ανανεωμένο ενδιαφέρον, με λίγη από την παλιά συγκίνηση, με μεγαλύτερη ωριμότητα, με λογοτεχνικά περισσότερο και όχι τόσο πολιτικά κριτήρια. Και το επανεκτιμάμε: όχι μονάχα για την απροσχημάτιστη κριτική του στο σοβιετικό σοσιαλιστικό μοντέλο, αλλά για τη σχεδόν κινηματογραφική τεχνική του, τις ποικίλες αποχρώσεις της αφήγησης, τη σκυτάλη της οποίας παίρνουν διαδοχικά διάφορα πρόσωπα, συνθέτοντας μια τοιχογραφία μεγάλης ζωντάνιας και, μελαγχολικά οξυδερκούς, παρατηρητικότητας. Και κυρίως για το ιδιότυπο χιούμορ του -την αξία του οποίου, καθώς ομολογούσε πριν από χρόνια ο Κούντερα στον Φίλιπ Ροθ, διδάχτηκε στη διάρκεια της σταλινικής τρομοκρατίας - σημάδι αναγνώρισης στους δύσκολους καιρούς, σημάδι αντίστασης σε έναν στυφό, σοβαροφανή, φανατικό κόσμο." (Κατερίνα Σχινά, Ελευθεροτυπία, 5/7/2002)

Μίλαν Κούντερα:"Η Αθανασία"


Το πρόβλημα δεν είναι ο θάνατος· είναι η αθανασία. Η «μικρή» και η «μεγάλη». Τη «μικρή» την κερδίζουμε όλοι, λίγο πολύ, στη μνήμη αυτών που μας αγάπησαν. Τη «μεγάλη» την αξιώνονται εκείνοι που διαβαίνουν το όριο της φήμης... αλλά και κάποιοι γύρω τους. Έρωτας παρακίνησε την Μπετίνα Μπρεντάνο να γράφει ερωτικά γράμματα στον Γκαίτε; Όχι. Πέρα από τον έρωτα, ήταν η επιθυμία της «μεγάλης» αθανασίας. Για χάρη της διαπληκτίσθηκε με τη Χριστιάνε Γκαίτε, για χάρη της είδε τα γυαλιά της να θρυμματίζονται σε χίλια κομμάτια. Η Λώρα κρυβόταν πίσω από τα μαύρα της γυαλιά, κι όταν τα είδε συντρίμμια από τα χέρια της αδελφής της, κατάλαβε ότι το ερωτικό της παιχνίδι ήταν πιο διάφανο από όσο νόμιζε. Και η Ανιές; Η φυγή ήταν θεμελιακό στοιχείο της ζωής της. Σε όλες τις παιδικές της φαντασιώσεις έτρεχε και κάποιος την καταδίωκε: η μικρή και, υποτίθεται, αδύναμη αδελφή, η μητέρα της, η αγάπη του πατέρα, ο πιστός και ισοπεδωμένος Πολ... Ο Ρούμπενς; Α, ο Ρούμπενς είναι μια ιστορία μέσα στην ιστορία, και ο απρόβλεπτος καθηγητής Αβενάριος μοχλός όλου του μύθου. Σπονδυλωτό και πρωτότυπο, το τελευταίο μυθιστόρημα του Μίλαν Κούντερα κρατάει από την πρώτη ώς την τελευταία αράδα ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι έχει ήδη μεταφραστεί σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Μίλαν Κούντερα:"Συνάντηση".


Στη Συνάντηση, άλλο ένα δοκίμιο γραμμένο σαν συναρπαστικό μυθιστόρημα, ο Κούντερα χτίζει το δικό του Πάνθεον, όπου συναντιούνται, όπως σημειώνει, οι σκέψεις του και οι αναμνήσεις του, τα παλιά υπαρξιακά και αισθητικά θέματά του και οι παλιοί του έρωτες, ο Ραμπελαί, ο Γιάνατσεκ, ο Φελίνι, ο Μαλαπάρτε... (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ) "Σκέφτομαι και τον Σολζενίτσιν. Αυτός ο μεγάλος άνδρας ήταν άραγε μεγάλος μυθιστοριογράφος; Πού να ξέρω; Δεν άνοιξα ποτέ κανένα του βιβλίο. Οι ηχηρές δημόσιες τοποθετήσεις του (τις οποίες χειροκροτούσα για το σθένος τους) με έκαναν να πιστεύω ότι γνώριζα εκ των προτέρων όλα όσα είχε πει". Τα παραπάνω, αν δεν τα είχε πει ο Μίλαν Κούντερα, θα τα θωρούσαμε ευφυολογήματα ενός σνομπ. Γραμμένα όμως από έναν άνθρωπο τόσο μοναχικό, που οι δημόσιες εμφανίσεις του είναι σπάνιες, που όταν ταξιδεύει από το Παρίσι, όπου ζει, στην Πράγα δεν το μαθαίνει κανείς, είναι αποκαλυπτικά. Ο συγγραφέας Κούντερα ζει μέσα στον κόσμο όπου τα βιώματά του είναι προεκτάσεις τού διαλόγου του με την τέχνη των άλλων, η οποία γονιμοποιεί και τη δική του. Το βιβλίο του Συνάντηση περιέχει μια σειρά από μικρά δοκίμια, για μυθιστοριογράφους κυρίως και μουσικούς, και συμπληρώνει εκείνη τη θαυμάσια Τέχνη του μυθιστορήματος. Ο Κούντερα είναι σήμερα ο σημαντικότερος εν ζωή συγγραφέας που προέρχεται από την Κεντρική Ευρώπη. Όλο του το έργο το διατρέχει ένα υπόγειο ρεύμα όπου καθρεφτίζονται η γαλατική ευφυΐα και η κεντροευρωπαϊκή σοβαρότητα. Ενας τέτοιος πεζογράφος επόμενο ήταν να μας δώσει και δοκιμιακό έργο πρώτης γραμμής. Θα έλεγα μάλιστα ότι τα δοκίμιά του, για να θυμηθώ τον Μπρόντσκι - και παραφράζοντας τον Κλαούζεβιτς-, είναι η συνέχεια της πεζογραφίας του με άλλα μέσα. (ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 25/7/2010)

Ορχάν Παμούκ:"Κάτι παράξενο στο νου μου".


Η ζωή ενός πλανόδιου μικροπωλητή και της αγαπημένης του. Μια ιστορία αγάπης στη σύγχρονη Πόλη. Για περισσότερο από 40 χρόνια, από το 1969 έως το 2012, ο Μεβλούτ τριγυρίζει στα σοκάκια της Πόλης. Είναι διαφορετικός από τους ανθρώπους γύρω του, υπάρχει κάτι "παράξενο" στο νου του! Προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους, από πού προέρχεται αυτή η "παραξενιά". Αλλάζει επαγγέλματα, βρίσκεται κοντά στις εξελίξεις που βιώνει η χώρα του, στις πολιτικές συγκρούσεις, στα πραξικοπήματα. Από επιλογή δεν σταματά ποτέ να πουλάει μποζά τις χειμωνιάτικες νύχτες, αναρωτιέται πάντα ποια πραγματικά είναι η αγαπημένη του και πόση σημασία έχει στον έρωτα το πεπρωμένο. Η ευτυχία και η δυστυχία μας εξαρτώνται από τις επιλογές μας; Ή, μήπως, ωριμάζουν ανεξάρτητα, έξω από εμάς, κι εμείς απλώς τις ζούμε, απλώς μας συμβαίνουν; Ο Μεβλούτ γίνεται μάρτυρας της εκρηκτικής μετάλλαξης της Ιστανμπούλ σε μια τεράστια πόλη. Καθώς αλλάζουν οι δρόμοι και τα σοκάκια που γνώρισε από παιδί, αλλάζει και ο ίδιος. Το παιδί και ο έφηβος δίνουν τη θέση τους στον σύζυγο και τον πατέρα. Τα αυθαίρετα και οι παράγκες δίνουν τη θέση τους στις λεωφόρους και τις πολυκατοικίες. Η Πόλη του γίνεται αγνώριστη, αλλά ο Μεβλούτ, αντί να αποξενώνεται, "συζητά" μαζί της και αφήνει έτσι να συνομιλήσουν η ψυχή της πόλης του με τους καημούς της καρδιάς του. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) «Υπάρχει ιδιοφυΐα στην τρέλα του Ορχάν Παμούκ» (Ουμπέρτο Έκο)