Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές:"Ο συνταγματάρχης δεν περιμένει γράμμα από πουθενά"

... Ο συνταγματάρχης προσπαθεί ν ανοίξει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος που είχε κλείσει την κρεβατοκάμαρα. Κάποιος όμως του βαλε το χέρι στην πλάτη, τον έσπρωξε προς το βάθος του δωματίου μέσα από μια στοά από σαστισμένα πρόσωπα, ώς το σημείο όπου βρίσκονταν τα ρουθούνια του νεκρού -τάφροι βαθιές και διάπλατες.
Εκεί στεκόταν η μάνα κι έδιωχνε τις μύγες από το φέρετρο με μια βεντάλια από πλεχτά φοινικόφυλλα. Αλλες γυναίκες, μαυροντυμένες, κοιτούσαν το πτώμα με την ίδια έκφραση που παρακολουθείς το ρεύμα του ποταμού. Αξαφνα μια φωνή ακούστηκε από την άλλη άκρη του δωματίου. Ο συνταγματάρχης παραμέρισε μια γυναίκα, πλησίασε απ το πλάι τη μάνα του νεκρού κι έβαλε το χέρι του στον ώμο της. Ξέσφιξε τα δόντια του.
«Λυπάμαι πολύ» είπε.
Δε γύρισε το κεφάλι της. Ανοιξε το στόμα της κι έβγαλε ένα ουρλιαχτό. Ο συνταγματάρχης ξαφνιάστηκε. Ένιωθε να τον σπρώχνει προς το πτώμα ένα άμορφο πλήθος που ξέσπασε σε τρεμουλιαστές φωνές. Τα χέρια του έψαξαν για στήριγμα, αλλά δε βρήκαν τον τοίχο. Στη θέση του είχε κι άλλα σώματα. Κάποιος είπε κοντά στ αυτί του, αργά, με πολύ μαλακιά φωνή: «Πρόσεχε, στρατηγέ». Γύρισε το κεφάλι του κι ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον πεθαμένο. [...]

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου