Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Γιάννης Ατζακάς:"Κάτω από τις οπλές".

"Ύστερα, τις ειδυλλιακές αυτές εικόνες, τα παραδείσια τοπία, τα διαδέχονταν ξαφνικά δαντικές σκηνές από τις "όχθες της κόλασης", όπως ονόμαζε τον τόπο που αντίκρυζε για μήνες, νύχτα και μέρα, από τη σκοπιά της γέφυρας. Τότε ήταν που για πρώτη φορά μου πέρασε η ιδέα πως ίσως να επρόκειτο για κάτι περισσότερο από μιαν απλή νατουραλιστική περιγραφή των Δημόσιων Σφαγείων, με τις δύο αθλιες χαμοκέλες που τα περιστοίχιζαν πως ίσως να μην ήταν παρά μια ζοφερή αλληγορία της δικτατορίας, για να εκφράσει έτσι τη φρίκη και την απελπισία του για την "εφιαλτική φυλακή" που τον περίμενε, όταν σε λίγες μέρες θα πετούσε από πάνω του τις βασιλικές κορόνες και το μισητό εθνόσημο - το απαίσιο "πουλί της χούντας".
Είναι καιρός πια να σφραγιστεί η παλιά ιστορία, και η στερνή γραφή του Άλκη να κλείσει αυτή την ταπεινή "μπαλάντα των ημιονηγών της δικτατορίας" - εκείνων που ως σήμερα δεν βρήκαν τον καιρό να μιλήσουν ή που δεν θέλησαν ποτέ να μιλήσουν."
Πολλά χρόνια μετά την τελευταία συνάντησή τους - Οκτώβρης του '74 πρέπει να ήταν, σ' ένα ταβερνάκι της Ευαγγελίστριας στη Θεσσαλονίκη - ο απόμαχος πια ηθοποιός Χάρης Φωτίου ανασύρει τα καταχωνιασμένα στρατιωτικά ημερολόγια που του εμπιστεύτηκε τότε ο "εν όπλοις και εν οπλαίς κτηνών" σύντροφος του Άλκης Πολίτης, λίγο πριν εγκαταλείψει για πάντα τη "μητριά πατρίδα" του.
Με όσα η δική του μνήμη διέσωσε και η σχεδόν κρυπτική γραφή του φανέρωσε, αναπαριστά, με θεατρικό μερικές φορές λόγο, εκείνον τον μαύρο χειμώνα του '68 στο κολαστήριο του Κολινδρού, τις παγερές μέρες και νύχτες της " μεγάλης νύχτας " των συνταγματαρχών. Εκπληρώνει, έτσι, έστω και με καθυστέρηση, την υπόσχεση που κάποτε είχε δώσει. Ο Γιάννης Ατζακάς γεννήθηκε το 1941 στον Θεολόγο της Θάσου. Αποφοίτησε το 1966 από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μετά το 1975 εργάστηκε στην ιδιωτική και τη δημόσια μέση εκπαίδευση. Τα "Διπλωμένα φτερά" ήταν το πρώτο πεζογράφημα που δημοσίευσε, το 2007. Ακολούθησε το μυθιστόρημα "Θολός βυθός", την επόμενη χρονιά, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Γιάννης Ατζακάς:"Θολός βυθός".

Υπήρχε πάντα μέσα του η βαθιά χαρακιά που άφησε το πέρασμα από τις μετεμφυλιακές εκείνες παιδοπόλεις -ένδοξους βασιλικούς τόπους υποταγής και χειραγώγησης, σταθμούς καθαγιασμένους μόνον κατ' όνομα: "Απόστολος Παύλος", "Άγιος Χαράλαμπος", "Καλή Παναγιά", "Άγιος Δημήτριος", Αθήνα, Βέροια, Θεσσαλονίκη, 1949-1955.
Έχοντας από καιρό διανύσει τις περισσότερες από τις αναπότρεπτες διαδρομές του, ο Γιάννης Αρχοντής φτάνει μόνος του ένα απόγευμα του Ιουνίου σε κάποια ερημική ακτή του Αιγαίου. Δεν ήταν τόσο η ανάγκη ενός τελικού απολογισμού, όσο η επίμονη "αναζήτηση του χαμένου χρόνου" και των σημαδιών που άφησε μέσα του μια εποχή ερμητικά κλειστή, όπως τα περίκλειστα και περίλαμπρα ιδρύματα, όπου έζησε έξι από τα πρώτα παιδικά χρόνια του.
Εκεί, την ώρα που ένα φωταγωγημένο καράβι περνά ανοιχτά μέσα στη νύχτα, από τον "θολό βυθό" της μνήμης του, όπου για περισσότερο από πενήντα χρόνια το είχε απωθήσει, αναδύεται απροσδόκητα το φάσμα του παιδιού που κάποτε υπήρξε, για να πει επιτέλους ολόκληρη την παλιά ιστορία του.
Όσο κρατά η κοφτερή "νύχτα του Θεριστή", μπροστά στο σκοτεινιασμένο πέλαγος, ο ώριμος άντρας και το ξεριζωμένο αγόρι εμπλέκονται σε δύο παράξενους και σχεδόν παράλληλους μονολόγους. Ο συγχρονισμός της άγουρης μνήμης με την ύστερη κρίση διχάζει σε δύο όψεις το πρόσωπο του Γιάννη, κάνοντας την ίδια στιγμή τραύμα και ίαση να συνυπάρχουν.
Το Παιδί μιλά ακατάπαυστα, μ' όλη την άγνοια και την αθωότητα της ηλικίας του, αν και με απροσδόκητη μερικές φορές ακρίβεια· ανασύρει, μέρα με τη μέρα, τα καταχωνιασμένα χρόνια του σε κείνα τα παιδικά στρατόπεδα· διασχίζει ακόμη μία φορά με οδύνη την άνυδρη έρημο, αναζητώντας τη χαμένη πηγή της αληθινής αγάπης. Ενώ οι αραιές "παρεμβάσεις" του ώριμου άντρα μοιάζει να απευθύνονται μόνο στον ίδιο, αφού αυτό που αναζητά, πίσω από τις εμμονές, τις απωθήσεις και τις φοβίες του, δεν είναι παρά το δικό του πραγματικό πρόσωπο.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Γιάννης Ατζακάς:"Διπλωμένα φτερά"

"Η κακορίζικη εκείνη χρονιά -η καταραμένη θα την πω τώρα- είχε δεν είχε φτάσει ακόμη στα μισά της και πήγαινε όπως άρχισε, πάντα πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Και τα χειρότερα δεν είχαν ακόμη συμβεί. Τότε ήρθε η ώρα του όξους και της χολής, η ώρα του αίματος και του θανάτου".
Είχε από χρόνια αποτραβηχτεί στο παλιό σπίτι στην πλαγιά του βουνού. Τα δειλινά, κάτω από τα δέντρα που μαζί τους είχε ριζώσει στα καρπερά της χώματα, βλέποντας τον ήλιο να χαμηλώνει στη θάλασσα, ζούσε και το δικό του λυκόφως. Μέχρις, ότου, εντελώς αναπάντεχα, οι "άνεμοι της μνήμης" τον ανασήκωσαν από τον ξένο τόπο και τον εναπόθεσαν απαλά στο μακρινό νησί του, μπροστά στην πατρογονική εστία, τον γύρισαν πίσω στη σημαδιακή εκείνη χρονιά, τη χρονιά του ξεριζωμού.
'Ηρθαν τότε κοντά του, όπως ήταν στον καιρό τους, στη ρημαγμένη ζωή τους, οι σκιές της γιαγιάς και του παππού: η γριά-Βενετιά, που από βρέφος τη φώναζε μάνα, να τρέχει από χάραμα ως νύχτα να προλάβει να τα φέρει όλα σε πέρας· και τα βράδια, στο φως του δαυλού, η ακάματη και γνωστική γερόντισσα με τις "ορμήνιες" της να πολεμά να τον πλάσει για έναν κόσμο που νόμιζε ότι θα διαρκέσει για πάντα. Ως τα στερνά της, που πήρε να ψυχανεμίζεται τον άγγελό της κι "αγγελιάστηκε".
Τέλειωνε το 1949. Ο πατέρας είχε χαθεί, χωρίς ίχνη, στους σκοτεινούς δρόμους της Ιστορίας. Η μάνα είχε σβήσει στη γέννα του, πριν από οκτώ ακριβώς χρόνια. Κι αυτός θα έβρισκε, πριν καλά βγει το δίσεκτο εκείνο έτος, μιαν ακόμη μητέρα -τη "Μεγάλη Μητέρα" των απορφανισμένων παιδιών ενός αδικαίωτου κι αδυσώπητου πολέμου.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).