Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε :"Ο πίνακας της Φλάνδρας".

Στα τέλη του δέκατου πέμπτου αιώνα, ένας γέρος Φλαμανδός δάσκαλος κρύβει περίτεχνα μέσα σ έναν από τους πίνακές του, με τη μορφή μιας σκακιστικής παρτίδας, το κλειδί ενός μυστικού που θα μπορούσε να αλλάξει την ιστορία της Ευρώπης.
Πέντε αιώνες αργότερα, μια νεαρή συντηρήτρια έργων τέχνης, ένας γνωστός αντικέρ κι ένας εκκεντρικός σκακιστής ενώνουν τις δυνάμεις τους αποφασισμένοι να λύσουν αυτό το αίνιγμα. Έτσι, μπλέκονται σε μια συναρπαστική περιπέτεια, όπου όλα καθορίζονται από συνεχόμενες σκακιστικές κινήσεις, οι οποίες ανοίγουν μία μία τις πόρτες ενός μυστηρίου που δε θ αφήσει ανεπηρέαστο κανέναν από τους πρωταγωνιστές τους.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Tζωρτζ Όργουελ:" Ο μεγάλος αδελφός".


Το ολοκληρωτικό καθεστώς του Μεγάλου Αδελφού, παρακολουθώντας συνεχώς τους πάντες και τα πάντα μέσα από αμέτρητες διαδραστικές τηλεοθόνες, ασκεί τον απόλυτο έλεγχο στις πράξεις και τις συνειδήσεις.
Όλα προσαρμόζονται στη μία και μοναδική αλήθεια, αυτή που πρεσβεύει το Κόμμα, ο μόνος αλάθητος μηχανισμός, του οποίου προσωποποίηση είναι ο Μεγάλος Αδελφός. Όλα, ακόμα και το παρελθόν, όποιος ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον, και όποιος ελέγχει το παρόν ελέγχει το παρελθόν.
Το έγκλημα της σκέψης είναι το θανάσιμο αμάρτημα. Γι αυτό πρέπει να εξαλειφθεί οτιδήποτε οδηγεί στη διάπραξή του: ελευθερία, γλώσσα, ανθρώπινα αισθήματα. Και όποιος υποπέσει σε έγκλημα σκέψης πρέπει να οδηγηθεί στον θάνατο αναμορφωμένος: θα πεθάνει αγαπώντας τον Μεγάλο Αδελφό.
Όταν ο Όργουελ έγραφε το βιβλίο του, το 1984 ήταν μέλλον. Σήμερα είναι παρελθόν. Αλλά, μετά από το έργο αυτό, το πραγματικό 1984 θα είναι πάντα μια χρονιά του μέλλοντος, η πρώτη ενός ζοφερού μιλένιουμ που απειλεί την ανθρώπινη ιστορία.
Ένα από τα μεγαλύτερα βιβλία του εικοστού αιώνα, το 1984 διαβάστηκε σαν μανιφέστο και θαυμάστηκε σαν προφητεία. Η εφιαλτική του αλήθεια για το κράτος της θανατερής τρομοκρατίας απέχει μόλις ένα βήμα από το να γίνει πραγματικότητα: ήδη ο Μεγάλος Αδελφός μας βλέπει.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Βαγγέλης Ραπτόπουλος:"Φίλοι".

"Αυτές ήταν οι ιστορικές στιγμές που ζούσαμε.Αυτοί ήμασταν εμείς.Αυτή ήταν η γενιά μας.Άλλοτε ευθυγραμμιζόμασταν με το ρεύμα της αντίστασης....κι άλλοτε πάλι είχαμε συμπορευτεί με το σύστημα....Τι ακριβώς ήμασταν πραγματικά ως γενιά και ως άνθρωποι,τι εικόνα και ποιο στίγμα δίναμε μέσα από μια τόσο αντιφατική συμπειφορά;"


Ιστορικές στιγμές, αλλά και έρωτες, γάμοι, χωρισμοί και κηδείες, σχέσεις με γονείς, αδέλφια και παιδιά, μια βασανιστική ασθένεια, ένα τηλεπαιχνίδι που διαφημίζει τη διαφήμιση και μια σχεδόν ιδανική φιλία που κρατάει ακόμη.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Αλέξης Σταμάτης :"Ο έβδομος ελέφαντας"

Ένας άντρας εγκαταλείπει την πόλη. Αφήνει πίσω του μια ζωή γεμάτη οινόπνευμα και αποτυχημένες σχέσεις. Με τη Σέρκοβα και τις αναμνήσεις του υπό μάλης καταφεύγει σ' ένα κυκλαδίτικο νησί. Μια γνωριμία, και το ένστικτο της ζωής ενεργοποιεί ξανά το λεξιλόγιο του έρωτα. Η "απούσα αληθινή ζωή" αχνοφαίνεται και πάλι πίσω από τον παραμορφωτικό καθρέφτη. Ωστόσο η διψομανία είναι ένας αεικίνητος, ευφυέστατος αντίπαλος που δεν κάνει διακρίσεις. Ο έρωτας τον παρασύρει σε τόπους που επιδρούν στον ψυχισμό του ολοένα και πιο βίαια: από την Πάρο και το Μόναχο ως το Λονδίνο κι ένα ορεινό χωριό στην κεντρική Ελλάδα. Το παιχνίδι σκληραίνει, κι όσο πιο ανελέητο γίνεται, τόσο περισσότερο αποδεικνύεται πως η μεγαλύτερη μαγεία είναι η ίδια η πραγματικότητα...

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

Βασίλης Αλεξάκης:"Τάλγκο".

«…και τελοσπάντων το είχα περίπου επιτύχει να σε αντιμετωπίζω αρκετά ψύχραιμα μέχρι τη στιγμή που είδα από κοντά το πρόσωπό σου, που μου χαμογέλασες, οπότε κατέρρευσε το αμυντικό μου σύστημα, κατέβασε τις κρεμαστές γέφυρες, άνοιξα τις πύλες και σε παρότρυνα σιωπηλά να σπεύσεις με το στράτευμά σου και να βιάσεις τον πληθυσμό».
«Συνήθως οι άνθρωποι είναι κρυμμένοι κάπου βαθιά στο σώμα τους, καλά προστατευμένοι από ένα σωρό σάρκες και οστά. Εσύ βρισκόσουν ακριβώς κάτω από το δέρμα σου, δε μας χώριζε σχεδόν τίποτε».
«Κι όταν θα πάψω να είμαι ερωτευμένη μαζί σου, Γρηγόρη, να ξέρεις ότι θα σε ευγνωμονώ που μου έκανες αυτό το δώρο… Όταν γεράσω και με ρωτούν τί σημαντικό συνέβη στη ζωή μου, αυτό μόνο θα λέω: «Μου έκαναν κάποτε ένα δώρο, λίγη βροχή».

Νάνος Βαλαωρίτης: "Ο θησαυρός του Ξέρξη".

Ενα μυθιστόρημα περιπέτειας και συμβολισμού. Τα τέσσαρα τμήματα παρουσιάζουν πρόσωπα αντίστοιχα, αλλά και αντιφατικά. Το πρόβλημα της ταυτότητας του ποιοι είμαστε αληθινά και ποιοι θα μπορούσαμε να είμαστε, προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Η αναζήτηση ενός θρυλικού θησαυρού του Βασιλια Ξέρξη θαμμένου κάπου στους λόφους δυτικά των Αθηνών είχε απασχολήσει τα πρόσωπα του προηγούμενου μυθιστορήματος του Νάνου Βαλαωρίτη, «Απ' τα Κόκκαλα βγαλμένη», όπου τα κόκκαλα είναι τα ρητά των Ελλήνων που προκαλούν την αφήγηση. Στον «Θησαυρό του Ξέρξη» ο πραγματικός ανεύρετος θησαυρός μετατρέπεται σε ανθρώπινο, συμβολικά, όπου παίζει ρόλο μια ιδεατή επανάσταση, σ' έναν ανάστατο κοινωνικά πλανήτη.

Στον «Θησαυρό του Ξέρξη». η διήγηση προκαλείται από τα ιστορικά γεγονότα ως παρακείμενο, και υποφώσκουν οι διάφορες φάσεις της αλχημείας όπου το ζητούμενο είναι ο χρυσός ή μια μορφή ανεξάντλητης ενέργειας. Στο τελευταίο τμήμα, τα πρόσωπα όπως στα αλχημικά δοχεία ανακυκλώνονται σ'ένα ανθρωποφαγικό διονυσιακό συμπόσιο όπου ο πρωταγωνιστής και ο συγγραφέας ο ίδιος καταβροχθίζονται από τα πρόσωπα. Ο «Θησαυρό του Ξέρξη». είναι ένα πολυεδρικό αφήγημα, όπου η μια σκηνή αντανακλάει και ρέει μέσα στην άλλη παρόλο που διατηρούνται ακέραιες και χωριστά, όπως ο κινητικός υδράργυρος των αλχημιστών, της Πρώτης Υλης του Μεγάλου Έργου., που τελικά είναι ο άνθρωπος.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Χέρτα Μύλερ:"Η αλεπού ήταν και τότε ο κυνηγός".

Ρουμανία, τέλη της δεκαετίας του ’80: Η Αντίνα είναι μια μελαγχολική αλλά αποφασιστική δασκάλα, η Κλάρα μια ωραία, ξέγνοιαστη εργάτρια σ’ ένα εργοστάσιο συρμάτων, και οι δυο τους κάτι περισσότερο από στενές φίλες. Τυχαίνει όμως να ζουν σε μια από τις σκληρότερες δικτατορίες της Ευρώπης, όπου η φιλία μετατρέπεται σε εργαλείο της Σεκουριτάτε, ο έρωτας αποτελεί συνώνυμο του άγχους και οι καλύτεροι αναγνώστες της ποίησης τελικά είναι οι πράκτορες του Τσαουσέσκου, που ψάχνουν ανάμεσα στις γραμμές για απαγορευμένα μηνύματα. Κάτι όμως συνδέει τους συνταξιούχους που προσπαθούν να ξεχάσουν την πείνα τους, τους γιατρούς που μιλούν για αυτοκτονίες ασθενών τους και τους πράκτορες της Σεκουριτάτε στις μικροαποτυχίες τους: η φράση «δε βαριέσαι» συνοψίζει τον φόβο, την κρυφή απειλή και την παραίτηση, και πλαισιώνει ολόκληρο το μυθιστόρημα, από το μότο της αρχής μέχρι το καταληκτικό του κεφάλαιο. Κι όταν το καθεστώς θα καταρρεύσει, κάποιοι από τους φίλους θα παραμείνουν εξαφανισμένοι, ο διευθυντής θα γίνει αρχιεργάτης και ο αρχιεργάτης διευθυντής, φυσικός υπεύθυνος για την αλλαγή και τον εκδημοκρατισμό: η αλεπού θα παραμείνει ο κυνηγός...

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)