Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Γιώργος Σκούρτης:"Αυτά και άλλα πολλά".

Το Αυτά κι άλλα πολλά είναι σίγουρα ένα βιβλίο-σοκ, που μιλάει έξω απ' τα δόντια για τη σκληράδα των καθημερινών μας σχέσεων, την κοινωνική διαφθορά και τη διάλυση της ανθρώπινης προσωπικότητας μέσα σ' αυτό το βρομερό κόσμο της αγοράς και των ψυχικών καταναγκασμών. Σκόρπιες ιστορίες, γραμμένες με τη γνωστή αδυσώπητη, αλλά συνάμα αποκαλυπτική, γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Σωτήρης Δημητρίου:" Τα ζύγια του προσώπου"

Διάφορα κορίτσια περπατούσαν αγέρωχα, προσβλητικά. Ήταν αξιοθαύµαστο το πώς τόνιζαν µε το ντύσιµό τους τα φυσικά χαρίσµατά τους. Κ"αι οι πιο ελκυστικές όµως ήξεραν ότι ο πόθος του άντρα κρατάει λίγο. Ας στόλιζαν, ας µεριµνούσαν εξ αυτού του λόγου για το σώµα τους, στην αγάπη τις οδηγούσαν τα βήµατά τους. Και προσπαθούσαν κυρίως µε τα χαρίσµατα των προσώπων τους να κάνουν τον πόθο πιο υποκειµενικό, πιο προσωπικό και µόνιµο. Ένιωθαν κι αυτές όπως η Αζερίν ότι µόνον η αγάπη θα αδιαφορούσε για την ηδονή, ίσως µόνον η αγάπη θα δηµιουργούσε περίπου µόνιµες προϋποθέσεις ηδονής. Μόνον η αγάπη θα περιέβαλε την ηδονή µε φως.

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Κόκκας Ν., Ν.Κωνσταντινίδης, Ρ.Μεχμεταλή:"Τα Πομακοχώρια της Θράκης"

Στα Πομακοχώρια της Θράκης η μοναδική φυσική ομορφιά δεμένη με την ευγένεια των ανθρώπων ταξιδεύει το νου του επισκέπτη μέσα στο χρόνο. Τα καλοκαίρια είναι λουσμένα με ήλιο, οι χειμώνες στολισμένοι στα λευκά. Οι φιλόξενοι Πομάκοι πρόθυμα θα σας χαρίσουν τη φιλία τους. Θα σας καλωσορίσουν με ένα χαμόγελο και θα σας ξεναγήσουν στα μέρη τους. Αν τους πλησιάσετε πιο πολύ μπορεί να μοιραστούν μαζί σας κάποιες από τις παλιές τους ιστορίες. Αν τύχει και βρεθείτε μέσα σε ένα πομάκικο σπίτι μπορεί να χαρείτε έξυπνα ανέκδοτα και παραμύθια ή ακόμα να φτάσουν στα αφτιά σας οι ήχοι ενός παλιού πομάκικου τραγουδιού. 
Τα Πομακοχώρια της Θράκης αποτελούσαν παλιότερα μια ιδιαίτερη πολιτιστική ενότητα που εκτεινόταν κατά μήκος της οροσειράς της Ροδόπης, από τον ποταμό Νέστο στα δυτικά μέχρι τον ποταμό Άρδα στα Βόρεια και λίγο πριν τον 'Εβρο στα Ανατολικά. Σήμερα, με τις πολιτιστικές αλληλεπιδράσεις που έχουν συντελεστεί τα όρια έχουν γίνει περισσότερο δυσδιάκριτα. 'Ομως, ο ζωτικός χώρος των Πομάκων παραμένει κυρίως ο ορεινός όγκος της Ροδόπης, όπως αυτή μοιράζεται ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία. 
Η σημερινή θέση των Πομάκων ως τμήμα της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης (μαζί με τους Αθίγγανους και τους Τουρκογενείς) προσδιορίστηκε στα νεότερα χρόνια από τη Συνθήκη της Λωζάννης. Οι Πομάκοι αποτελούν σήμερα το 35% της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης και αριθμούν περίπου 40.000 κατοίκους. 
Στα περισσότερα Πομακοχώρια του Ν. Ροδόπης η πομακική γλώσσα μιλιέται πια μόνο από τους γεροντότερους και έχει αντικατασταθεί από την τουρκική. Αντίθετα, στα περισσότερα Πομακοχώρια του Ν. Ξάνθης η πομακική γλώσσα επέζησε και επιζεί ακόμα. Στο Ν. Ξάνθης, οι περισσότεροι νέοι Πομάκοι, όταν βρίσκονται στην Ξάνθη, μιλούν κατά σειρά προτίμησης πρώτα στα ελληνικά, δεύτερον στα πομακικά και τρίτον στα τουρκικά. Και βέβαια, μέσα στα σπίτια τους η πομακική παραμένει η πρώτη γλώσσα που μιλούν. [...] (Από τον πρόλογο του βιβλίου)

"Τα λουτρά της Ελλάδας" (Περιηγητικός οδηγός) Κώστας Ζαχαρόπουλος, Πέπη Λουλακάκη, Ηλίας Μπαρμπίκας, Χρήστος Σχοινάς, Γιώργος Χριστοδουλόπουλος

Ταξιδέψαμε σε περισσότερα από 100 λουτρά της Ελλάδας, από τον Έβρο ως τη Νίσυρο και από τους Γαργαλιάνους ως την Αριδαία: σε θέρμες, λουτρονέρια, βρωμονέρια, ψωρονέρια, ομορφονέρια, ιαματικά νερά, λασπόλουτρα, αγιάσματα, spa, ατμοθέρμες, χαμάμια, λίτζα, χαβούζες, άμπλες και άλλα περίεργα. Τις παρατηρήσεις μας, τα συμπεράσματά μας, τις ιστορίες που ακούσαμε στα λουτρά και τις πληροφορίες που ξεθάψαμε από παλιά συγγράμματα καταγράφουμε σ' αυτό το βιβλίο. Δεν είδαμε τα λουτρά μέσα από το πρίσμα της ιαματικής τους ιδιότητας. Ασχοληθήκαμε με την ψυχαγωγία που μπορούν να προσφέρουν. Και σ' αυτή την έννοια πρωταγωνιστές είναι το τοπίο, οι άνθρωποι που θα συναντήσεις και κυρίως το νερό!

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Αλέξης Γκλαβάς: "Πυρίμαχον Σκεύος"

Δεκατέσσερις ιστορίες.

Ιστορίες μικρές, ιστορίες μεγαλύτερες, ιστορίες ακόμα πιο μεγάλες. Ιστορίες για τον
έρωτα και τον θάνατο, δηλαδή μονοθεματικές, μια και «ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια
σπαθιά κρατούνε». Ιστορίες για «ανώνυμους» απλούς ανθρώπους, τον Γιώργο, την
Ελένη, τον Θοδωρή, τον Κωστή, την Κατερίνα, τον Γρηγόρη… Ανθρώπους της διπλανής
πόρτας, ανθρώπους της καθημερινότητας, της ζωής, ανθρώπους οικείους, που όμως
είναι αυτοί που αποτελούν το «άλας της γης».

Ιστορίες για δασκάλους και σκύλους, γιαηθοποιούς και σκηνοθέτες, για δικηγόρους και μουσικούς, για τελειωμένους έρωτες και ατελείωτες αγάπες.

Ιστορίες κομματάκι παλιομοδίτικες, που όμως κουβαλούν μαζί τους το άρωμα της παλιάς κασέλας, που μέσα της οι γιαγιάδες στοίβαζαν τα λινά και τ’ασπρόρουχα με κλαράκια λεβάντας και πότιζε το ξύλο της προκαλώντας συναγερμό σ’όλες εκείνες τις απολήξεις των νευρικών μας κυττάρων στον ρινικό βλεννογόνο… Με μόνο το άνοιγμά της.

Και μαζί τους, μια σειρά από κλικ μιας φωτογραφικής μηχανής, ένα φλας που άστραψε
και φώτισε μία και μοναδική εικόνα κι αυτή στοίχειωσε για μια στιγμή τη μνήμη και
εξακολουθεί να παραμένει αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου. Κι ανάμεσά τους η
μουσική. Να αιωρείται πανταχού παρούσα, παντεπόπτρια και παντοδύναμη.


Ο Αλέξης Γκλαβάς γεννήθηκε στην Πάτρα τις μέρες που ο προηγούμενος αιώ
νας ισορροπούσε στο ψηλότερο σημείο του (30 Οκτώβρη 1950)

Περάτωσε τας
 «εγκυκλίους σπουδάς» στη γενέτειρα πόλη, υπηρέτησε τη μητέρα πατρίδα (21μήνες σύνορα) και επέστρεψε για να ενταχθεί στις παραγωγικές και φορολογούμενες δυνάμεις της χώρας.
Ασχολήθηκε παράλληλα με το θέατρο συμμετέχο
ντας σε θεατρικές ομάδες της πόλης (Καλλιτεχνικό Εργαστήρι, Εταιρεία Θεάτρου& Τέχνης, Ομάδα Πρόταση κ.ά.), με τη φωτογραφία και τη μουσική (παίζει θαυμάσια πικ απ, μαγνητόφωνο και cd player, εσχάτως δε και Η.Υ.).

Φωτογραφίες του
 έχουν φιλοξενηθεί στα βιβλία Σάββατα δίχως μύθο του Κώστα Λογαρά (εκδ. Ρόπτρον) και Μακεδονία της Λουκίας Θεοδώρου (εκδ. Καλειδοσκόπιο), στα περιοδικά ΦΩΤΟγράφος (portfolio «Πατρινό Καρναβάλι»), Κορφές (1ο βραβείο Πανελλήνιου διαγωνισμού φύσης), Μετρό (έπαινος στον Πανελλήνιο διαγωνισμό του περιοδικού). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Αντί, Ερευνητές και Έλατος, όπου δημοσίευσε κείμενα και φωτογραφίες.

Άρθρα και σχόλιά του
έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά της Πάτρας, ενώ συνεργάστηκε και με ραδιοφωνικούς σταθμούς της πόλης σε μουσικές εκπομπές και εκπομπές λόγου καθώς και με τους «902 Αριστερά στα FM», «Μελωδία FM» και «Στο Κόκκινο 105,5».

Στα γεράματα (1996-2000) φοίτησε αξιοπρεπώς και στη σχολή θεατρικών σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.
 
Έχει εκδοθεί άπαξ με κάτι σαν ποίηση (Σπαράγματα, Αχαϊκές εκδόσεις 1994). Το Πυρίμαχον σκεύος είναι
 η πρώτη του απόπειρα στην πεζογραφία.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Μαργαρίτα Καραπάνου:"Η Κασσάνδρα και ο Λύκος"


… Διάβασα το βιβλίο σας και θέλω να σας συγχαρώ για τα εξαιρετικά του προτερήματα. Νομίζω πως κανείς δεν έχει χειριστεί το θέμα της παιδικής ηλικίας όπως εσείς. Δεν έχει μιλήσει για την κρυφή σκληράδα, για το αόρατο αυτό μείγμα της φαντασίας και της πραγματικότητας, μ' έναν τρόπο τόσο ανοιχτό και απροσδόκητο. Μου ήρθανε στο νου ο Proust, ο Jerzy Kosinski και ο Lewis Carroll… Εσείς, όμως, έχετε βρει εδώ μία αλήθεια που κανένας απ' αυτούς τους τρεις συγγραφείς δεν έπιασε. Περιμένω με ανυπομονησία το επόμενό σας βιβλίο.
Απόσπασμα από γράμμα του John Updike
… Καμία ανάλυση της Κασσάνδρας και του Λύκου δεν μπορεί να εξηγήσει τη γοητεία και την αινιγματικότητα του βιβλίου. Πρώτο μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, είναι μία από τις σπάνιες δημιουργίες που γεννιούνται μυστηριωδώς, χωρίς κανένα προηγούμενο. Το βιβλίο είναι πρωτότυπο, τρομαχτικό, ολοκληρωμένο. Εφευρίσκει τη δική του ιστορία, μπαίνει σε εφιαλτικές καταστάσεις και βγαίνει, όπως ανακατεύει το όνειρο με την πραγματικότητα. Η Κασσάνδρα και ο Λύκος είναι ένα μικρό, νευρώδες μυθιστόρημα με μία τέλεια αίσθηση της τεχνικής. Δεν είναι ποτέ συναισθηματικό, όμορφο ή παραφουσκωμένο. Η Μαργαρίτα Καραπάνου καταλαβαίνει πως μία αφήγηση δεν είναι παρά «λεπτομέρεια, λεπτομέρεια, λεπτομέρεια».
Απόσπασμα από κριτική του Jerome Charyn (New York Times)

Μαργαρίτα Καραπάνου:"Ο υπνοβάτης"


Ο Θεός ήταν κουρασμένος… Έβλεπε τη γη του και πώς είχε καταντήσει… Οι άνθρωποι τον είχαν προδώσει. Αποφασίζει, λοιπόν, να στείλει στη γη ένα Θεό καινούργιο, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή τους, το Θεό που θα τους άξιζε. Έσκυψε τότε στη γη κι έκανε εμετό. Πάνω σ' ένα ελληνικό νησί. Το ελληνικό νησί, μικρόκοσμος της σημερινής Ελλάδας και γενικότερα του σύγχρονου πολιτισμού, ένας πύργος της Βαβέλ, όπου οι γλώσσες, οι ανθρώπινες σχέσεις, τα φύλα συγχέονται. Ο Μανόλης, ο νέος Μεσσίας, περνάει σ' αυτό το χώρο σαν υπνοβάτης, αγνοώντας μέχρι τέλους τη θεϊκή του φύση. Σαν υπνοβάτες, εξάλλου, περνούν και όλα τα άλλα πρόσωπα. Μία απεικόνιση του διαλυμένου κόσμου μας, αιχμηρή και απεγνωσμένα κωμική, όμως γεμάτη συμπόνια.
Όταν κυκλοφόρησε ο Υπνοβάτης στο Παρίσι, ο Jerome Charyn τελείωνε ένα μεγάλο άρθρο του στη Monde (το Νοέμβριο του 1987) μ' αυτά τα λόγια: «Η Μαργαρίτα Καραπάνου μας οδηγεί στο λαβύρινθο όπου ζει ο Θεός. Πρέπει κανείς να τη διαβάζει όπως διαβάζει τον Rimbaud και τον Blake, όπως κοιτάζει την απόλυτη ομορφιά μέσα στα μάτια ενός τίγρη. Οι θύτες είναι πολύ πιο τρυφεροί από τους φίλους που μας περιστοιχίζουν. Κι αυτή η επιμονή της Μαργαρίτας Καραπάνου να σκίσει τα καθημερινά μας ρούχα και όλες τις γελοίες μάσκες την κάνει μία εκπληκτική συγγραφέα».

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Αλέξης Σταμάτης:"Μητέρα στάχτη".

 O πατέρας δυνάστης, ηδονοθήρας, ανήθικος. H μητέρα θρησκόληπτη, υπερβατική, υποταγμένη. Τα τρία παιδιά, σκορπισμένα εδώ και εκεί, προσπαθούν να ξορκίσουν τα βαριά οικογενειακά μυστικά που κανείς δεν θέλει να αντικρίσει κατάματα. Το σεληνιακό τοπίο της Σαντορίνης συντηρεί τις σχέσεις σε υψηλές θερμοκρασίες. Xρόνια μετά ο πατέρας τους καλεί να περάσουν το Πάσχα στο οικογενειακό σπίτι, στην Οία. Eκείνοι έρχονται στο νησί, χωρίς να φαντάζονται ότι το επόμενο δεκαήμερο θα ζήσουν τα συγκλονιστικότερα ίσως γεγονότα της ζωής τους. Οι ψυχές ανάβουν, παλιά και νέα φαντάσματα κάνουν την εμφάνισή τους. Εκείνο όμως που θα συμβεί είναι κάτι που δεν το χωράει εύκολα ο νους του ανθρώπου. Ο νόμος, η πίστη, η λογική δεν αρκούν να το εξηγήσουν. Και τότε ο Άλκης, ο μικρότερος, θα φυσήξει τη στάχτη από τα μάτια και, ενδυναμωμένος από τη μαγεία του έρωτα, θα κάνει μια βαθιά κατάδυση ως τα έγκατα της ανθρώπινης φύσης για να γνωρίσει τις ανεξήγητες δυνάμεις που κινούν τη ζωή μας.

Αμάντα Μιχαλοπούλου:"Παλιόκαιρος"

O Παλιόκαιρος είναι το χρονικό ενός αιφνιδιαστικού καλοκαιριού σ' ένα ελληνικό νησί - ενός καλοκαιριού που μεταμορφώνεται σε χειμώνα, ανατρέποντας όλα τα δεδομένα. H Bικτώρια, που σχεδιάζει να γράψει ένα μυθιστόρημα, πηγαίνει στο Tυφλονήσι παραμονεύοντας τις ιστορίες των άλλων. Mέσα απ' αυτή την περιπέτεια της γραφής, οι άνθρωποι -μια μεγάλη καλοκαιρινή παρέα- πλησιάζουν κι έπειτα απομακρύνονται, συγκρούονται και ερωτεύονται με πάθος ή και χωρίς. H πραγματικότητα συγχέεται με την παραίσθηση, η φιλία δοκιμάζεται, ο έρωτας πεθαίνει μαζί με το καλοκαίρι― όλα μοιάζουν επισφαλή, εύθραυστα και διφορούμενα. H θύελλα που ξεσπάει μοιάζει με θύελλα της ψυχής. Mια ολόκληρη γενιά στροβιλίζεται στις σελίδες αυτού του βιβλίου, γεμάτη ερωτηματικά, αναπολήσεις, αγωνίες: Tι θ' απογίνουμε επιτέλους; Yπάρχει κάποιος που μας αγάπησε πολύ; Tι κάνουμε λάθος; Γιατί να ωριμάσουμε; Tο τρίτο μυθιστόρημα της Aμάντας Mιχαλοπούλου είναι μια τοιχογραφία της ελληνικής κοινωνίας και της ευρωπαϊκής εμπειρίας από τη δεκαετία του '60 μέχρι σήμερα. Ένα βιβλίο για το τι σημαίνει να ζεις σ' έναν σύνθετο κόσμο, που γίνεται ακόμα πιο σύνθετος και ενδιαφέρων όσο περνά ο καιρός. Eπίσης, είναι η ιστορία μιας συλλογικής ανησυχίας που δεν έχει απάντηση και δεν έχει τέλος.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Μπράμος:"Βρεγμένο ρούχο".


Εννιά διηγήματα στην Εθνική Οδό. Γυναίκες που συναντούν τους άντρες μέσα στα σκοτάδια, άντρες που δεν μπορούν να καταλάβουν το χάσιμο των γυναικών, νταλικέρηδες που τρακάρουν παρασυρμένοι από ξετρελαμένα θηλυκά, ο δρόμος και η νύχτα, τα ξενοδοχεία και οι πόλεις.
Μικρές ιστορίες ανθρώπων της απώλειας και της φθοράς, που ταξιδεύουν και ερωτεύονται άγνωστους, που αγκαλιάζουν μες στην απελπισία και δραπετεύουν χωρίς εξήγηση. Σώματα που βρίσκονται για μια νύχτα, που μυρίζουν έρωτα και απόγνωση κι αναζητούν τα σκοτεινά μονοπάτια μιας ανέφικτης επαφής. Διηγήματα εμμονών ανοίγουν και κλείνουν απρόσμενα, προσπαθούν να υπερβούν την ηθογραφία με μια γραφή λιτή, που ξεσπάει κάποιες φορές στη συντριβή ενός αδιανόητου λυρισμού.

Αλέξανδρος Κοτζιάς:"Το σοκάκι".

Ένας μεσήλικας αξιωματικός περνά το μήνα του μέλιτος στην Ιταλία με τη νεαρότατη και όμορφη σύζυγό του. Είναι και για τους δυο ένας γάμος αμοιβαίου συμφέροντος, προς χάριν μιας καριέρας βασισμένης στην αξιοπρέπεια. 
Βιβλίο-υποθήκη, το κύκνειο άσμα του Αλέξανδρου Κοτζιά ανατέμνει τη μεταπολεμική ιστορία τα Ελλάδας, και πιο συγκεκριμένα την περίοδο του 1943-1973, που ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήρισε ως τον "νεοελληνικό Τριαντακοντετή πόλεμο".   

Διονύσης Χαριτόπουλος :"Εναντίον του Marlboro."

Δεν υπάρχει κοινωνία. 
Mόνο άτομα. Επιχειρηματίες, μάνατζερ, γιατροί, δημοσιογράφοι, διαφημιστές, καλλιτέχνες, μοντέλα, σύζυγοι, γκόμενες, όλοι εναντίον όλων με μια ακατάληπτη γλώσσα χωρίς αίσθημα. 
Σε έναν κόσμο που τρελαίνεται, η κατάθλιψη, οι ίλιγγοι και η παράνοια είναι συμπτώματα υγείας. 
Η νέα εποχή είναι τώρα. 

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Κωνσταντίνος Θεοφανέλης:"Η αλμύρα που μίσησα"

Στα χρόνια της ήδη συντελεσθείσης εδώ και καιρούς Επανάστασης του «Εγώ», μια ομάδα ετερόκλητων μεταξύ τους ανθρώπων και χαρακτήρων βρέθηκε, οδηγημένη από δικές της αποφάσεις ή αποφάσεις άλλων, να διάγει την καθημερινότητά της σε ένα μικρό νησί του Βορείου Αιγαίου. Μέσα στο γενικότερο προβληματισμό για το εάν οι αποφάσεις του κάθε ανθρώπου είναι πράγματι δικές του κι αν ο ανθρώπινος χαρακτήρας μπορεί να αλλάξει εξαιτίας κάποιου γεγονότος ή πάθους ή εάν απλά αυτό που φαντάζει ως αλλαγή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εξέλιξη προς εκείνο που ήταν να γίνει, στήνεται το σκηνικό των συγκρούσεων χαρακτήρων, παθών και συναισθημάτων, με απώτερο πάντοτε στόχο την κατάκτηση της ευτυχίας, μιας ευτυχίας με διαφορετικό νόημα και περιεχόμενο για τον καθένα. Κεντρικός ήρωας ο Μιχάλης, ένας μεσήλικας οπαδός μιας νιτσεϊκής ερμηνείας της ηθικής, που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την Αθήνα και να επιστρέψει μετά από είκοσι δύο χρόνια στο νησί που γεννήθηκε και μεγάλωσε, στο νησί και την αλμύρα του, που αγάπησε και μίσησε έντονα και παθιασμένα. Στην αλμύρα, που άλλοτε τόπος κι άλλοτε συναίσθημα υγρό, πότισε τους ανθρώπους και το ριζικό τους.

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Λένα Διβάνη:"«Προφανώς η Πηνελόπη ήταν ηλίθια και άλλες ελληνικές τραγωδίες"


Η Δύναμη της φαντασίας συμπληρώνει την αποκαλούμενη πραγματικότητα. Δε λειτουργεί περιστασιακά. Διαλέγουμε κάποιες πληροφορίες που συλλέγουμε με τα μάτια και τα υπόλοιπα τα συμπληρώνουμε από τις αποθήκες της φαντασίας μας. Η Λένα Διβάνημετά το μυθιστόρημά της Ένα πεινασμένο στόμα (Καστανιώτης, 2010) που θεωρήθηκε το πιο άρτιο και καλύτερό της μέχρι σήμερα επιστρέφει με μια συλλογή διηγημάτων ...

Από τον Τάσο Αντωνόπουλο

Στο νέο βιβλίο της η Λένα Διβάνηπαρουσιάζει μια συλλογή δέκα διηγημάτων, στο οποίο εμφανίζει καθημερινές ιστορίες, ιστορίες ανθρώπων της διπλανής μας πόρτας. Όπως αναφέρει και η ίδια Έλληνες για να μην πω Ελληνάρες, με τα καλά τους, με την γκρίνια τους, με τα παράπονά τους, με το «δεν υπάρχει» κράτος τους. Όλοι κατά βάθος τραγικοί ήρωες μιας πολύ ελληνικής κωμωδίας.

Τα κείμενα αυτά είχαν γραφτεί και δημοσιευτεί την προηγούμενη δεκαετία για διάφορα περιοδικά. Η συγγραφέας με το εριστικό της ύφος, ένα ύφος με απίστευτη αμεσότητα και χιούμορ καταφέρνει να σαγηνεύσει και τον πιο δύσκολο αναγνώστη. Μας παρουσιάζει χαρακτήρες που συναντάμε καθημερινά, πρωταγωνιστές που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας τις τελευταίες δεκαετίες.

Ένας άφραγκος φοιτητής περνά το καλοκαίρι στον Πλαταμώνα και καθώς αυτό δεν του αρκεί ονειρεύεται, αποκοιμισμένος μπροστά στην τηλεόρασή του, χλιδάτες διακοπές με μια πλούσια καλλονή απ’ το Μπαλί, πολυτελή αυτοκίνητα και κραιπάλες πάνω σε γιοτ εκατομμυριούχων όντας πεπεισμένος πως ο Ελύτης (που είχε πάρει… Όσκαρ) είχε δίκιο όταν έγραφε πως «θα πάρουνε τα όνειρα εκδίκηση». Ένα ζευγάρι αγγίζει την επανένωση με αφορμή το θάνατο της Αλίκης Βουγιουκλάκη που ένας γέρος στη Σκόπελο πληροφορείται απ’ τις ειδήσεις και απογοητευμένος δηλώνει κάπως μελοδραματικά ότι «άμα πέθανε η Αλίκη, θα πεθάνουμε όλοι»…

Το νέο βιβλίο της Λένας Διβάνη, Προφανώς η Πηνελόπη ήταν ηλίθια και άλλες ελληνικές τραγωδίες (Μελάνι, 2011), είναι προφανώς από τα καλύτερα της.

 

Λένα Διβάνη:Ένα πεινασμένο στόμα".


O Γιάννης Γεωργιάδης είναι ένας φιλόδοξος φοιτητής της Νομικής.  Έχει τα νιάτα του, την ομορφιά του, μια επικίνδυνη εξυπνάδα, αλλά και τίποτ’ άλλο. Ορφανός από μικρός, σπούδασε δουλεύοντας ως εκπαιδευτής σκύλων. Ο Χρίστος Κρεμόπουλος, αντίθετα, ένας από τους γνωστότερους καθηγητές του, έχει κύρος, τραπεζικούς λογαριασμούς και βέβαια υψηλές διασυνδέσεις. Συναντιούνται ένα βράδυ τυχαία στον Λυκαβηττό, βγάζοντας βόλτα τα σκυλιά τους, και η... μάχη αρχίζει. Τι θέλει το πεινασμένο στόμα του νεαρού φοιτητή με τόσο πάθος από τον καθηγητή του; Τα λεφτά του; Τη γυναίκα του; Το γιο του; Τη δουλειά του; Τη ζωή του; Ό,τι κι αν θέλει, το σίγουρο είναι πως έχει αποφασίσει να το πάρει. Θα εισβάλει σαν άγγελος εξολοθρευτής στον κόσμο του ανυποψίαστου καθηγητή και θα τον αλώσει ως γητευτής με τη μέθοδο που εκπαίδευε τα σκυλιά. Το όπλο του, άλλωστε, είναι μια κυνική γνώση γραμμένη στο πετσί του: Δημοκρατία δεν υπάρχει, ούτε στην κοινωνία των σκύλων ούτε στην κοινωνία των ανθρώπων. Μόνο αφεντικά και δούλοι. 
Μια  ιστορία ζήλιας, πόθου και πάθους, για έναν άνθρωπο που έφτασε μέχρι τα άκρα – και τα ξεπέρασε.

Λένα Διβάνη:"Οι γυναίκες της ζωής της".

Aυτό είναι το βιβλίο της Άννας, που κάποτε έμοιαζε με όλες τις άλλες γυναίκες. Tης Άννας, που υπνοβατούσε μέχρι τα 35 ανάμεσα σε σύζυγο, παιδιά και δουλειά. Όπως όλοι. Ήσυχη. Πολύ ήσυχη. Έσπρωχνε τις μέρες με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Όπως όλοι. Kαι ξαφνικά μια φωτογραφία πέφτει στα χέρια της και τα καίει. O άντρας της στο Λονδίνο αγκαλιά με μια όμορφη κοκκινομάλλα. H Άννα που ξέρατε πεθαίνει. Tη θέση της παίρνει ένα άγριο θηρίο με νέα όραση και ακοή. Ένα θηρίο που κήρυξε πόλεμο εναντίον όλων. Tι έγινε μετά, αυτή δεν μπορεί πια να σας το πει. Θα σας μιλήσουν οι γυναίκες της ζωής της. H αντίζηλος, η κόρη, η μάνα, η παιδική της φίλη, η εργοδότρια, η συγκάτοικος... Oι γυναίκες που είδαν τη ζωή της να γίνεται κομμάτια. Ένα κομμάτι η κάθε μία. Ένα αμάρτημα της Άννας η κάθε μία. Φθόνος, Oργή, Aκηδία, Λαγνεία, Λαιμαργία, Mαταιοδοξία, Aπληστία. H μία μετά την άλλη παρακολουθούν την Άννα να παλεύει σαν ναυαγός σε σχεδία να σωθεί. Mπερδεύουν τη ζωή τους με τη ζωή της. Kι όταν σωθούν οι λέξεις, η Άννα μόνη της θα γράψει το τέλος. Aυτό είναι το βιβλίο της Άννας, που κάποτε έμοιαζε με όλες τις άλλες γυναίκες. Aυτό είναι το βιβλίο των γυναικών που κάποτε έμοιαζαν με την Άννα.l

Παύλος Μάτεσις:"Πάντα καλά".


Πολλοί κάτοικοι αυτού εδώ του βιβλίου επιχείρησαν παλαιότερα έξοδο προς το Κοινό, με μία τηλεοπτική σειρά, την οποία, ευτυχώς, έπνιξαν στο λίκνο της διάφορες λερναίες ύδρες. Τώρα, ενισχυμένοι, πιο πολλοί και χαρούμενοι, σχηματίζουν συμμορία και της δίνουν για όνομα μία ευχή (ή διαπίστωση): Πάντα καλά. Όλοι τους άοπλοι: χωρίς παιδεία, γοητεία, φιλοσοφία, κάλλος, όνομα, γνωριμίες, χωρίς άγκυρες. Όμως θέλουν, και ξέρουν, να ζήσουν. Κατέχουν το ευ ζην.
Με τα έργα του Η Μητέρα του ΣκύλουΎλη ΔάσουςΟ παλαιός των ΗμερώνΠρος ΕλευσίναΗ βουή, ο συνένοχος και συγγραφέας τους είχε οδηγήσει, μέσα από δρόμους επίσημα σκοτεινούς, απειλητικούς, μαγικούς και αιχμηρούς, τους ήρωές του, που, εδώ, έχοντας προσλάβει για κομπάρσους τους παλαιότερους πρωταγωνιστές της πορείας αυτής, βγήκαν στον ήλιο και μας υποδέχονται με μία προσταγή-παρότρυνση: Ζήστε, ρε!

«Μπορεί να υπάρξει μία λογοτεχνία που κατορθώνει να ζωγραφίζει τέλεια κάθε τι που αγγίζει; Υπάρχει. Πρόκειται για λογοτεχνία ελληνική. Το Πάντα καλά του Παύλου Μάτεσι, ένα πανόραμα ζωηρό, γόνιμο, πλούσιο σε φωτοσκιάσεις και με κορυφές υψηλής ποιότητας. Ο Παύλος Μάτεσις είναι ένας σύγχρονος Αριστοφάνης».
GIUSEPPE MARTINI, Gazetta di Parma, Ιταλία

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Λένα Κιτσιπούλου:"Νυχτερίδες".


Ένα κορίτσι δεκατριών χρονών σπάει την πόρτα της εφηβείας και μπαίνει μέσα. Μια μάνα σκύβει απελπισμένη πάνω από τη λεκάνη της τουαλέτας. Ένας μεσήλικας είναι πεσμένος κάτω, εδώ και ώρες. Ένας νεαρός περπατάει μέσα στο κρύο με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του. Ένας πατέρας κλαίει τηγανίζοντας πατάτες. Μια Γιούλα έχει τυλίξει το καλώδιο του τηλεφώνου γύρω από το λαιμό της. Η οικογένεια κάθεται αγαπημένη στο τραπέζι και τρώει κατσικάκι του φούρνου∙ ή μήπως τρώει τα μέλη της;
Οι ήρωες του βιβλίου παλεύουν απεγνωσμένα να υποτάξουν τα σκοτεινά και βίαια ένστικτά τους, αλλά αυτά είναι τελικά που θα τους σπρώξουν στο επόμενο βήμα, άλλοτε λυτρωτικό, άλλοτε καταστροφικό, πάντα όμως αναγκαίο και αναπόφευκτο.

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Σοφία Νικολαΐδου :"Απόψε δεν έχουμε φίλους"

Δεκέμβριος 2008: Πορείες και συνθήματα. Μια μεγάλη φωτιά σε μια μεγάλη σχολή. Και μια φράση που εκτοξεύεται με δύναμη: Απόψε δεν έχουμε φίλους. 
Οκτώβριος 1981-1989: Ένας ανυποψίαστος -μα αποφασισμένος- ιστορικός ερευνά το απαγορευμένο θέμα των δωσίλογων και τις γερμανοφασιστικές οργανώσεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Από παντού, πέφτουν να τον φάνε.
1934-1944: Ναζιστική Γερμανία, κατεχόμενη Θεσσαλονίκη. Εβραίοι, Έλληνες, Γερμανοί. Μαυραγορίτες, κατηχητικά, φυλακές και συσσίτια. Προδότες και πατριώτες. 

Ένα μυθιστόρημα για τρεις γενιές Ελλήνων που προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους, την ώρα που η Ιστορία δείχνει τα δόντια της. Γονείς και παιδιά, φοιτητές, μαθητές, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, μπακάληδες και αλάνια, γιαγιάδες και υπάλληλοι, συνδικαλιστές και ουδετερόφιλοι μαθαίνουν μια και καλή πως πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά. 
Ποια είναι η σωστή και ποια η λάθος απόφαση, όταν ο κόσμος γύρω καίγεται; 
Πώς τσακίζεται η θεωρία στην πράξη; 
Και ποιος μας βεβαίωσε, παρακαλώ, πως αυτή η χώρα ποτέ δεν πεθαίνει; 


Βασίλη Γκουρογιάννη:"Το ασημόχορτο ανθίζει"

Μια μυθική "αυτοκαταδίωξη" εξελίσσεται τον καιρό του πολέμου στους τόπους της Θεσπρωτίας ή Τσαμουργιάς. Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες (αρχαίοι Θυάμιδες), εξισλαμισμένοι χριστιανοί που λησμόνησαν και λησμονήθηκαν, συνεργάστηκαν με τους κατακτητές Ιταλούς και Γερμανούς, με αποτέλεσμα να χυθεί πολύ αδελφικό αίμα στο οποίο οι ίδιοι άγρια πνίγηκαν. Ο λόγος ποιητικός αλλά και εκρηκτικός ανατινάζει τα προσχωσιγενή "ιστορικά" και "ηθικά" τοπία, ερεθίζει την αμνησία και αποκαλύπτει σκληρές αλήθειες. Όμως πάνω απ' όλα σκιαγραφείται η σχιζοφρενική πανανθρώπινη περιπέτεια, που εκδηλώνεται κυρίως σε λαούς ή "κομμάτια" λαών με πλούσιο ασυνείδητο αλλά ελλειματική συνείδηση. 

Βασίλης Γκουρογιάννης:"Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή"

[...] Το παλιό λεωφορείο, ένα Βόλβο εικοσαετίας, με αεροπορικό βόμβο και ξερούς τριγμούς, ξεκίνησε για μια σύντομη περιήγηση στην παλαιά Λευκωσία και αποκεί θα κατευθυνόταν προς το ξενοδοχείο Nicosia. Στην ατμόσφαιρά του πλανιόταν η αίσθηση ότι εγκατέλειπαν πίσω στη Μακεδονίτισσα τους νεκρούς συμπολεμιστές, ηττημένοι από το πάθος για μια παγωμένη μπίρα. Έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούσαν να τους παρηγορήσουν. Δεν γνωρίζουν αν οι νεκροί χρειάζονται παρηγοριές. Αυτό που έγινε πριν από λίγο ήταν μια βιαστική συνάντηση έπειτα από τριάντα τόσα χρόνια παλαιών φίλων, οι οποίοι δεν είχαν τίποτε πλέον να πουν πέρα από τα τυπικά και ανυπομονούσαν να χωρίσουν με εύσχημο τρόπο. Εξάλλου οι νεκροί ήταν ήδη ενήλικες: ήταν τριάντα τριών ετών νεκροί. Είχαν πια προσαρμοστεί να είναι νεκροί, ενώ ως ζωντανοί βίωσαν μόλις είκοσι πέντε χρόνια, και προφανώς τα είχαν λησμονήσει. [...]

Με πρωταγωνιστές μια ομάδα βετεράνων του πολέμου στην Κύπρο το 1974, κατά την εισβολή του Αττίλα, οι οποίοι επιστρέφουν στα πεδία των μαχών τριάντα τόσα χρόνια μετά, ο Βασίλης Γκουρογιάννης στήνει ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα για τον αγνοημένο αυτό πόλεμο αλλά και για κάθε πόλεμο. Μεγάλο μέρος του μυθοπλαστικού υλικού του βιβλίου είναι βασισμένο σε μαρτυρίες Ελλήνων και Τούρκων βετεράνων που έλαβαν μέρος στα γεγονότα.

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Ζυράννα Ζατέλη:"Περσινή αρραβωνιαστικιά".


Το δικαιώμα εισόδου σε όλες τις λέσχες των ψυχικά προικισμένων η Ζ.Ζ. το απέκτησε με αυτό το πρώτο της βιβλίο, που ήδη έχει ηλικία δέκα ετών. Τα διηγήματα είναι εννέα – όσες και οι Μούσες. Γυναίκα από σύμπτωση και συγγραφέας από απόλυτη κλίση, η κεντρική φιγούρα έχει τόση ανάγκη να γευτεί το τερπνό δηλητήριο του εγώ της, ώστε τολμά να υψώνει τη λογοτεχνία της σαν σπάνια κύλικα.
Οι ιστορίες αυτής της συλλογής έχουν κάτι από την απόκρυφη γοητεία των νευμάτων της ιέρειας και την αινιγματική επίδραση των φίλτρων.
Κ.Π.

Ζυράννα Ζατέλη:"Και με το φως του λύκου επανέρχονται".


Αν πάρεις δέκα σκυλιά και πας και τ’ αφήσεις σ’ έναν αγριότοπο, σε μια ερημιά απ’ όπου δεν περνάει ψυχή ζώσα, τα σκυλιά αυτά μέσα σε λίγες εβδομάδες θα ξαναγίνουν λύκοι...
Με την ανεξιχνίαστη περιστροφή που θα ακολουθούσε ένα ηλιοτρόπιο της νύχτας, η τέχνη της Ζ.Ζ. –επαληθευμένη χαρμόσυνα σε αυτό το τρίτο της βιβλίο, που είναι και το πρώτο της μυθιστόρημα– αποδεικνύει ότι μπορεί κανείς να γράφει σαν να προσπαθεί να λύσει τα μάγια του κόσμου ή σαν να ξορκίζει τη λύση τους.
Το διάχυτο θέμα αυτών των ιστοριών: πώς γεύεται κανείς το μέλι πάνω στο τσεκούρι, είναι και η απάντηση στη συναρπαστική αδυναμία της αφηγήτριας: ανίκανη να αντέξει το μαράζι της σιωπής, γιατρεύει τη σιωπή της με τη λογοτεχνία.
Ο αναγνώστης έχει τη σπάνια τύχη να μπει σε έναν εραλδικό κόσμο, όπου οι άνθρωποι υπάρχουν σαν διαλυμένα είδωλα, τα οποία εμπλέκονται στο αφηγηματικό υφάδι με τον αινιγματικό τρόπο που μια μουσική φράση παρεισφρέει αναπάντεχα σε ένα ζωγραφικό πίνακα.

Φωτεινή Τσαλίκογλου:"Έρως φαρμακοποιός".

Στο πατρικό σπίτι με τους σκεπασμένους καθρέφτες, μόνοι τους ο Mιχαήλ και η Eλένη προσπαθούν να ζήσουν. Πάνε δεκατρία χρόνια που η Aντιγόνη έφυγε και οι μέρες είναι βουτηγμένες στη σιωπή και την αρρώστια. Ώσπου μια μέρα έρχεται ο έρωτας κι όλα αλλάζουν. H Eλένη όμως είναι ο τελευταίος άνθρωπος στη γη που θα μπορούσε να αγαπηθεί. Το αγόρι με το σημαδεμένο πρόσωπο, η Λεονώρα, ο νεαρός ποδηλάτης, ο Δημήτριος συμμετέχουν στο παιχνίδι ενός παράξενου, δίχως όρια πάθους.
O Έρως φαρμακοποιός θα αφηγηθεί μια μαγική ιστορία, δωρίζοντας στο τέλος την πιο μεγάλη, την πιο εξαίσια ανατροπή.

Φωτεινή Τσαλίκογλου:"Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ".

Oνομάζομαι Mάρθα. Tον Aπρίλιο του 1882 γνώρισα έναν νεαρό γιατρό. Tον ερωτεύτηκα. Ήμουν 21 χρόνων.
H Mάρθα, η γυναίκα του Φρόυντ, επιστρέφει, σπάει τη σιωπή και αφηγείται την ιστορία της ζωής της.
Eίναι μια φανταστική κατάδυση στον ψυχικό κόσμο μιας γυναίκας για την οποία ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε. Πώς είναι η ζωή κοντά σε έναν άνθρωπο που με το έργο του ανέτρεψε όλα τα δεδομένα της ψυχικής μας ύπαρξης; H Mάρθα Φρόυντ δεν είναι μόνο αφοσιωμένη σύζυγος και μητέρα έξι παιδιών, ζει και μια άλλη ζωή, που συνορεύει με το όνειρο και τα σκοτεινά βάθη της επιθυμίας. «O έρωτας θα είναι ακραίος ή δεν θα υπάρξει», δηλώνει. Σκέψεις απαγορευμένες, ανατρεπτικές επιθυμίες, ξεδιάντροπες πράξεις, όλα επιτρέπονται. Eίναι η ιστορία μιας παράφορα ερωτευμένης γυναίκας. Ένα βιβλίο για τον έρωτα, την ψυχανάλυση, τη Bιέννη του fin de siecle, τη γυναικεία σεξουαλικότητα, την τρέλα, το θάνατο.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Μάρω Βαμβουνάκη:" Το χρονικό μιας μοιχείας και άλλες ιστορίες".

Αγαπάμε τελικά τα πρόσωπα ή μόνο τον έρωτα αγαπάμε; Αγαπάμε αυτό που μας δίνουν ή αυτό που περιμένουμε να μας δώσουν; Τη μορφή τους πόσο αγαπάμε και πόσο τη μεταμόρφωση που σχολαστικά τούς επεξεργαζόμαστε; Κι αυτό που περιμένουμε πόσο αντέχει να ελπίζει; Αντέχει! Κι εγώ δεν ξέρω αν είναι ευλογία ή κατάρα η αντοχή τούτη. Κι εγώ δεν ξέρω τι αξίζει πιο πολύ, η ειρήνη ή η αγωνία της ψυχής μας. 

Μάρω Βαμβουνάκη:"Χορός μεταμφιεσμένων".

Πριν πολλά χρόνια, οι χοροί μεταμφιεσμένων ασκούσαν πάνω μου ποιητική γοητεία. Όταν με πήγαιναν στα bal d' enfants του παγωμένου Φεβρουαρίου όπως τα έλεγαν παλιά στα Χανιά, όταν χανόμουν σε ταινίες, μουσικές, ή νουβέλες για τις παράδοξες τούτες γιορτές, κατακυριευόμουν απ' τη σαγήνη μιας ιλιγγιώδους δυνατότητας: Η δυνατότητα να γίνεις, για λίγο άλλος, είναι μια ελευθερία απόλυτη! Οι χοροί μεταμφιεσμένων, ρωγμή άλλου τόπου, ονειρικού, αμφίβολου όσο και πιθανού, πρόσφεραν την ευχέρεια να βιώσεις, δίχως ενοχές, δίχως ντροπή ότι ψεύδεσαι, εκείνο που προτιμάς να ήσουν. Να φορέσεις το προσωπείο που σου εξιδανικεύει το πρόσωπο. Σήμερα έχασαν την αίγλη τους και όταν σπανίως μασκαρεύονται οι άνθρωποι, αυτό δεν έχει καθόλου απ' την παλιά έξαψη. Ντύνονται, μηχανικά σχεδόν, γιατί είναι έθιμο, για να διασκεδάσουν κάπως αλλιώς, γιατί το απαιτεί μια κοσμική πρόσκληση. Ο ποιητικός βυθός της μεταμφίεσης έχει στερέψει.

Λέω πως τούτη η αλλαγή δεν είναι ασύνδετη από τον τρόπο που πια λειτουργούμε. Η σύγχυση ταυτότητας και η επισημοποιημένη υποκρισία των ρόλων, η μειωμένη προσωπικότητα, ο χλιαρός χαρακτήρας που καλλιεργείται από άμυνα ως τύπος, η απουσία κέντρου ζωής, και η θεμιτή, η σχεδόν επιβεβλημένη διπλοπροσωπία για να κυκλοφορείς κοινωνικά, για να αντέχεις τον εαυτό σου, έχουν κάνει τη μεταμφίεση μια καθημερινή κοπιαστική και αγχώδη ρουτίνα. Προς τι λοιπόν να ονειρεύεσαι μια πρόσκληση σε τέτοιους χορούς;

Το να σε ελκύει να μεταμφιεστείς και να το σχεδιάζεις με λαχτάρα, προϋποθέτει ότι γνωρίζεις ποιος είσαι. Για να γίνεις συνειδητά άλλος, πρέπει να γνωρίζεις συνειδητά ποιος όντως είσαι. Πώς αλλιώς θα ξεχωρίσεις το "άλλος"; 

Μάρω Βαμβουνάκη:"Η μοναξιά είναι από χώμα"

Πρόκειται για δεκαοχτώ ανεπίδοτες επιστολές ενός άντρα προς τη γυναίκα που χώρισε. Αυτοεξόριστος σ' ένα βορινό νησί και διασχίζοντας την τυραννική έρημο της απώλειας και της απόγνωσης κερδίζει τη λυτρωτική γνώση που θα τον γαληνέψει, επιτέλους.

Σώτη Τριανταφύλλου: "Ο χρόνος πάλι".

Φιλοξενία είναι να καλείς κάποιον στην κουζίνα σου...
Το "Ο χρόνος πάλι" είναι ένα παιχνίδι αυτοβιογραφίας: η συγγραφέας περιηγείται στη ζωή της· η μυθοπλασία συγχέεται με την πραγματικότητα, όσα συνέβησαν συγχέονται με όσα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί, με όσα θα ήταν ωραίο να συμβούν· "αν είχα μια δεύτερη ευκαιρία, μια δεύτερη ζωή, θα γινόμουν..." 

Το βιβλίο αυτό -τα απομνημονεύματα ενός ανθρώπου που έζησε "έναν αστερισμό από γεγονότα"- είναι άλλοτε κοινωνική ιστορία, άλλοτε λογοτεχνική κριτική, άλλοτε ταξιδιωτική πεζογραφία· η καταγραφή μιας προσωπικής φιλοσοφίας για την ύπαρξη και για το γράψιμο, για τη ζωή στη μεγαλούπολη, για την αποτυχία του έρωτα, για τον Σαίξπηρ, για το δίκιο του Κερένσκυ έναντι των μπολσεβίκων, για τους αγώνες της Φόρμουλα 1 και για τις τηγανητές πατάτες. Στις σελίδες του Ο χρόνος πάλι -που μπορούν να διαβαστούν σε τυχαία σειρά- οι στιγμές ξεδιπλώνονται σαν χάρτης· τα λογοτεχνικά τοπία είναι τοπία της ψυχής. Στα περιθώρια σημειώνονται παρατηρήσεις και ερωτήματα για την ποίηση, την πολιτική, τη φιλία, την αγάπη, την απώλεια· για την αρρώστια και τον θάνατο· για το πώς μπορείς να μεταμορφώσεις την απελπισία στην πιο ακλόνητη ελπίδα. Ανάμεσα σε όσα έφερε το πέρασμα του χρόνου -του χρόνου που σε βλάπτει "μόνο αν είσαι τυρί..."- είναι μια υπέροχη παιδική ηλικία, μια νεότητα που παρατράβηξε, μια εξέγερση που δεν τελείωσε ποτέ.

Το "Ο χρόνος πάλι" αποτελεί μια επινοημένη βιογραφία· προπάντων, είναι ένα έργο τιμής στα βιβλία, για το πώς η ανάγνωση μπορεί να σώσει τη ζωή σου.

"Καμιά φορά, το πρώτο πρόσωπο, η φωνή του αφηγητή, η φαινομενικά άδολη κι αθώα, είναι παραπλανητική· κόλπο, ξεγέλασμα. Ο συγγραφέας παίζει το παιχνίδι της βιογραφίας χρησιμοποιώντας ένα σωρό απεικάσματα..."

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Ευγενίας Φακίνου:"Η μεγάλη πράσινη".


Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, όταν μιλούσαν για τη θάλασσα, έλεγαν: η μεγάλη πράσινη. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έπλεαν τον Νείλο αλλά φοβήθηκαν την ανοιχτή πράσινη πελαγίσια θάλασσα. Δεν τόλμησαν. Δεν έγιναν ποτέ θαλασσοπόροι. Έβαλαν τους Κρήτες να τους κάνουν το εμπόριο και τη ναυτιλία.
Η μεγάλη πράσινη είναι η πρόκληση που δεν αποδεχθήκαμε ποτέ. Όλες οι τολμηρές ιδέες που δεν πραγματοποιήσαμε. Όλα τα περιπετειώδη ταξίδια που δεν κάναμε. Όλοι οι έρωτες που ονειρευτήκαμε. Η μεγάλη πράσινη είναι η ελπίδα ότι κάποτε θα τολμήσουμε.

Ευγενία Φακίνου:"Γάτα με πέταλα".

Ένας χυδαίος τίτλος, σε ένα βιβλιο που περιγράφει τη χυδαιότητα και την ηθική κατάπτωση. Τρεις παράλληλες κι αλληλοεμπλεκόμενες ιστορίες. Μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης. Μιας καταπάτησης οικοπέδων και μιας τρίτης - πολιτικής - ιστορίας, που δε λέγεται, αλλά εννοείται. "Γάτα με πέταλα" έιναι ο κυρ Αφρέδος Μ., πρώην βοηθός επιστάτη του κήματος - που ι ίδιος καταπατά - , πατέρας της εγκυμονούσης κι αρχηγός των δολοπλόκων κι απατεώνω. Καταφέρνει να τους κάνει όλους - αυτουργούς, ηθικούς αυτουργούς, κι απλούς γνώστες ή θεατές - να αισθάνονται συνένοχοι και συνυπεύθυνοι στις κομπίνες και στο κουκούλωμά τους. 

Ευγενίας Φακίνου:"Τυφλόμυγα".

Aκραίες καταστάσεις πάθους, όπου δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι και ο έρωτας, ιερός ή βέβηλος, διαβρώνει τα πάντα. Ένα μοιραίο ζευγάρι. Eκείνος ζωγράφος, ένας υπέροχος νάρκισσος, ένας ιδανικός άντρας, γενναιόδωρος, που έχει την ικανότητα να κάνει τις γυναίκες να αισθάνονται σημαντικές. Eκείνη ερωτευμένη και προσκολλημένη σ' αυτόν. Kαι δίπλα μια τρίτη γυναίκα, συνένοχος και φίλη, μάρτυρας των γεγονότων. Kι άλλες κοπέλες, νέες, ωραίες και πρόθυμες να δοθούν στον ακαταμάχητο άντρα, προκειμένου ν' αφυπνιστούν τα χρώματα, να ελευθερωθούν οι γραμμές και να ερεθιστεί η έμπνευσή του. Kοπέλες διαλεγμένες προσεκτικά απ' τη σύζυγο και τη φίλη της. Έρωτες προσχεδιασμένοι, με ημερομηνία λήξεως, σχεδόν ακίνδυνοι. Tι θα συμβεί όμως όταν θα εμφανιστεί μια γυναίκα-νάρκισσος και τον παρασύρει σ' ένα ανεξέλεγκτο πάθος; Πώς θ' αντιδράσουν οι δυο γυναίκες; Hρωικές λύσεις δεν υπάρχουν. Θύτης και θύμα δεν ξεχωρίζουν και η δειλία είναι μια ιδιότητα πολύ ισχυρή για να επιτρέψει ανατροπές. 

Ευγενία Φακίνου:"Η μέθοδος της Ορλεάνης"

Όταν η Aρέθα βρίσκεται μπροστά σε κινδύνους φανταστικούς ή πραγματικούς, βυθίζεται σε βαθείς ύπνους που διαρκούν μερόνυχτα. Oι γυναίκες του σπιτιού, προκειμένου να την προφυλάξουν από τους κινδύνους και τους ύπνους, την κλείνουν για χρόνια σ' ένα δωμάτιο με τέσσερα παράθυρα, σε πλήρη απομόνωση. Mοναδική της παρηγοριά ο Aντρέας που, αθεράπευτα ερωτευμένος μαζί της από τα παιδικά τους χρόνια, την προτρέπει να το σκάσει και να φύγουν μαζί. Eκείνη δειλιάζει, φοβάται και μαθαίνει να ξεφεύγει από τη μοναξιά με νυχτερινές πτήσεις και ατελείωτες συζητήσεις με τα φαντάσματα νεκρών γυναικών. O φόβος μπροστά στην ελευθερία και η απώλεια της αγάπης μπορούν αργά αλλά συστηματικά να μετατρέψουν μια νεαρή γυναίκα γεμάτη ζωή σε σκιά του εαυτού της. Aρκεί η αγάπη για να την ελευθερώσει; Για να της δώσει τη δυνατότητα να κάνει το μεγάλο άλμα προς την ελπίδα και τον έρωτα; Προς τη ζωή, εντέλει;

Ευγενία Φακίνου:"Οδυσσέας και Μπλουζ"


Ο Οδυσσέας, εκκεντρικός συγγραφέας που ζει απομονωμένος σε μια ορεινή κοινότητα.
Η Μπλουζ, επιμελήτρια κειμένων και σκηνοθέτις ντοκιμαντέρ με κοινωνικά θέματα.
Το Τρένο των νεφών, ένα βιβλίο που περιμένει το τέλος του. 
Το Κόκκινο Σπίτι του συγγραφέα. Έχει την Αίθουσα του Χρόνου, της Χαμένης Αθωότητας, της Θάλασσας και των Αυτόχειρων Συγγραφέων. 
Το Χωριό, που μισεί τον Οδυσσέα και την Μπλουζ, τους θεωρεί υπαίτιους κάθε συμφοράς και εκπροσώπους του Κακού. 
Ένας φόνος, μια αλεπού και δυο σκυλιά δηλητηριασμένα και κρεμασμένα στα κάγκελα του Κόκκινου Σπιτιού, μια πυρκαγιά. 
Ένα βιβλίο για τον έρωτα, το θάνατο, τη μοναξιά και το φόβο για τους Διαφορετικούς. Ένα ψυχολογικό θρίλερ, μια ασυνήθιστη ιστορία σχέσεων.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Άρης Φακίνος:"Ο άνθρωπος που τάιζε τα περιστέρια".


Ο Μύρος, «περιπλανώμενος Έλληνας», είναι υπαρκτό πρόσωπο. Δε χρειάστηκε να πλάσω γύρω του ψεύτικες καταστάσεις και γεγονότα· όσα έζησε και τράβηξε ο άνθρωπος που τάιζε τα περιστέρια, όσα ζήσαμε όλοι μας μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια, φτάνουν και περισσεύουν για να γραφτούν οι πιο απίστευτες ιστορίες. Η Κασσάνδρα, αυτή η παράξενη μαυροφόρα κοπέλα που, στα χρόνια της δικτατορίας, αντιστάθηκε μονάχη της στο γενικό ξεπεσμό και στη δουλοπρέπεια, υπάρχει και ζει ακόμα στο νησί της, σε μια ερημιά. Λένε πως δεν έχει ακόμα θεραπευτεί από την τρέλα της· σηκώνεται τις νύχτες και βγαίνει στους δρόμους, μπήγει φωνές, ξυπνάει τους ανθρώπους.
Τον Προκόπη, το Μικρασιάτη καφετζή, τον είδα για τελευταία φορά πριν μερικά χρόνια. Το μαγαζάκι του έχει γίνει «μπουτίκ» για τουρίστες κι οι ναργιλέδες του, μ' ένα δάχτυλο σκόνη, βρίσκονται σε μια προθήκη ενός μουσείου λαϊκής τέχνης. Ο Πορφύρης, ο χτίστης, έχει τυλίξει τα εργαλεία του σε μια λινάτσα· δε δουλεύει πια, δεν καταδέχεται να βρωμίσει τα χέρια του με τα πετρέλαια και τα γράσα της μπετονιέρας. Όσο για την κυρα-Μαρία, την όμορφη ταβερνιάρισσα, καλά έκανε κι αυτοκτόνησε. Τι να τα 'κανε τα βαρέλια της; Τα ξενόφερτα νερομπούλια που πίνουμε σήμερα πουλιούνται σε μπουκάλια.
Η μάνα του Μύρου ζει ακόμα, περιποιείται τις γλάστρες και τα δεντράκια του κήπου της, σκαλίζει και ποτίζει τη γη, νοιάζεται τις τριανταφυλλιές της που τώρα τελευταία άνθισαν πάλι. Κρατάει, λοιπόν, ακόμα η Ελλάδα.

Λιλή Ζωγράφου:'Η αγάπη άργησε μια μέρα".

Μια παλιομοδίτικη ιστορία που ξετυλίγεται σαν μαγευτικό παραμύθι, χάρη στην ομορφιά και τη λαχτάρα των νεαρών ηρωίδων που αντιστέκονται στον αμείλικτο χρόνο, περιμένοντας καρτερικά την προσγείωση του μεγάλου έρωτα. Γιατί υπήρχε μια εποχή που η αγάπη αργούσε να 'ρθει. Αντίθετα με τη νεαρή ηρωίδα που, έρμαιο του παρορμητικού της ενστίκτου, παραδίδεται σ' έναν άγγελο που την περιμένει στο υπόγειο του σπιτιού της. Και τολμά να ζήσει συναρπαστικές περιπέτειες για να εξελιχθεί εν αγνοία της σε κατακτήτρια της πιο ουσιαστικής ελευθερίας. Γιατί η ελευθερία και τότε, πριν πενήντα χρόνια, και πάντοτε προκύπτει, όχι από συλλόγους και κραυγαλέα μανιφέστα, αλλά από την ατομική συνειδητοποίηση, που διαλέγει τελικά το προσωπικό ήθος, αγνοώντας τους περιορισμούς των έξωθεν απαγορεύσεων. «Από τα 23 βιβλία μου είναι εκείνο που με πόνεσε περισσότερο, θα το έλεγα ερωτικό αν δεν κυριαρχούσε σ' αυτό η απάνθρωπη σκληρότητα της πατριαρχικής οικογένειας. Οι βασικοί χαρακτήρες είναι καθωσπρέπει γυναίκες που σπαταλούν τη ζωή τους στις κοινωνικές συμβάσεις και την ερωτική στέρηση.» Λιλή Ζωγράφου, Τα Νέα

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Ντόρα Γιαννακοπούλου:"Ο μεγάλος θυμός"

Kαλοκαίρι 1994. Tότε άρχισαν όλα. Δεν τον γνώριζε τον ετεροθαλή αδερφό του γαμπρού της η Mυρτώ. Όταν τον πρωτοείδε, τα χέρια τους σφίχτηκαν λίγο περισσότερο, τα βλέμματα διασταυρώθηκαν πολλές φορές. Kανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Mόνο εγώ. Eγώ έπιασα στον αέρα να φεύγει από κοντά μας η Mυρτώ... να χάνεται στα μάτια του άλλου. Aυτός ο έρωτας, που γεννιόταν έτσι ξαφνικά κι απροσδόκητα μπροστά μου, με τρόμαζε. Πόσο θα 'θελα να κάνω κάτι να τον εμποδίσω. Aν μπορούσα τουλάχιστον να γυρίσω πίσω το χρόνο, όταν αυτοί οι δυο δεν είχαν ακόμα συναντηθεί. Aν μπορούσα... Όμως ούτε το χρόνο μπορούσα να σταματήσω, ούτε να φρενάρω τις επιθυμίες και τους πόθους τους. Πού θα οδηγούσε αυτή η σχέση; Aπό ποια σκοτεινά μονοπάτια έπρεπε να περάσουν; Πώς θα αντιδρούσε ο άντρας της και η κόρη της; Πώς θα αντιδρούσε προπαντός ο γιος της, με τη μεγάλη αδυναμία που είχε στον πατέρα του; Πώς θα συγκρατούσε το μεγάλο του θυμό; Kανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί τότε αυτό το αδιέξοδο...

Ντόρα Γιαννακοπούλου:"Η πρόβα του νυφικού".


1939. Εκείνος –ο επικίνδυνος «Εκείνος»– προχωρούσε... προχωρούσε... Το '39 θα 'φερνε το '40. Αλλά στην επαρχιακή πόλη άλλα πράγματα, πολύ πιο ανήσυχα κι ενδιαφέροντα, αφορούσαν κάποιες αστικές οικογένειες. Όλα έδειχναν τέλεια. Ακόμα και η πρόβα του νυφικού. Κι όμως... Η «πέρα του κόσμου τούτου», όπως έλεγαν την Ευανθούλα, ήξερε πολύ περισσότερα απ' αυτ
ά που φανέρωναν οι λιγοστές της κουβέντες... Ναι, όλα εξελίσσονταν υπέροχα για τους δικούς της, για την ίδια όμως την Αγγελική είχε έρθει η καταστροφή. Κι η πρόβα του νυφικού της έπρεπε να γίνει. Για να μην υποψιαστεί η οικογένεια. Για να μην πληγωθεί η μητέρα. Αλλ' αυτό ξεπερνούσε τις δυνάμεις της. Την υποκρισία δεν την άντεχε. Με τις καρφίτσες στον ποδόγυρο άρχισε να τρέχει. Ήθελε να ψάξει. Ήθελε να μάθει την αλήθεια όποια και να 'ταν... Έτσι ξεκίνησαν όλα, με τον επικίνδυνο «Εκείνον» πάνω από τα κεφάλια τους να προχωράει... να προχωράει...

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Ζυράννα Ζατέλη:"Ηδονή στον κρόταφο"

Η "Ηδονή στον κρόταφο" διαβάζεται ως καλειδοσκοπική αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, ως ασπρόμαυρη μυθοπλασία με πρωταγωνιστές όλους τους έμψυχους και άψυχους κατοίκους του ζατελικού κόσμου. Συγγραφείς και οδοιπόροι, γνώριμοι και άγνωστοι, πληθωρικές υπάρξεις και ευδαίμονες μελαγχολικοί, γραφομηχανές που δεν σωπαίνουν αλλά και τσιγάρα-θέλγητρα που αναβοσβήνουν σε κάθε σελίδα του βιβλίου μαρτυρούν παράξενες συμπτώσεις, ιερές βλέψεις, επιθυμίες ανεκπλήρωτες και γι αυτό άφθαρτες, θανάτους-έρωτες συχνά παράφορους, γρίφους και μυστικά που αποκαλύπτει ο χρόνος, ο ίδιος ο αυτουργός που τα απέκρυψε.


(Σημείωμα του εκδότη)

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Aντώνης Σουρούνης:"Μερόνυχτα Φραγκφούρτης".


Καταφέρνει με χιούμορ και δύναμη ψυχής μεγάλης να μας ζωγραφίσει μερικές στιγμές από τη ζωή των Ελλήνων μεταναστών στη Δυτική Γερμανία.
Εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Η αφήγηση του Σουρούνη ακροβατεί εύστοχα πάνω στον άξονα που στηρίζουν η φαλλοκρατία και το φιλότιμο –ακρογωνιαίοι λίθοι του ρωμέικου συστήματος αξιών– και με τον ακατάβλητο οίστρο της σκαμπανεβάζει τον αναγνώστη από την ευθυμία στην πίκρα και από τη θλίψη στο χαμόγελο. Κλείνοντας το μικρό βιβλιαράκι, απορείς πώς μπόρεσε να χωρέσει μέσα του τόσος καημός ξενιτιάς.
Περ. ΛΕΞΗ
Λόγος αρθρωμένος για να εξυπηρετήσει ένα θέμα. Σύγχρονο. Καυτό. Ενδιαφέρον.
Εφ. ΤΑ ΝΕΑ
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια γλώσσα σχεδόν αγοραία, που όμως κατορθώνει να βρει μια ισορροπία, έτσι, ώστε οι λέξεις που θεωρούνται χυδαίες να μην ξαφνιάζουν. Με τη μορφή αυτή, που θυμίζει τη γραφή του Μπουκόφσκι, δίνονται οι ιστορίες από τον Α. Σουρούνη, που πολύ συχνά εκφράζουν μια άπειρη τρυφερότητα και συγκλονιστικά αισθήματα...
Περ. ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Αντώνης Σουρούνης:"Μισόν αιώνα άνθρωπος".

«Πάντα μου πίστευα πως θα έκλεινα τα πενήντα μου χρόνια ανάμεσα σε πενήντα φίλους και να που είχα βρεθεί ολομόναχος. [...] Mέσα στο σπίτι υπήρχε ένα άσπρο χρησιμοποιημένο κερί, παρατημένο ίσως από κάποιον προηγούμενο νοικάρη. Tο έβαλα στο ποτήρι και το άναψα. Kοιτώντας τη θάλασσα μπροστά μου έκανα μια ευχή και το ’σβησα. [...] Eίχα όμως κι άλλες δυο τρεις ευχές, το άναψα λοιπόν κι άλλες δυο τρεις φορές και το ’σβησα. Σκέφτηκα τι ευχή είχα ακόμα να κάνω και έκπληκτος διαπίστωσα πως δεν είχα άλλες. Eίχαν σχεδόν όλες πραγματοποιηθεί. Tότε άρχισα να τις θυμάμαι μία μία και ν’ ανάβω και να σβήνω το κερί στην ανάμνησή τους. Ίσως ήταν παραπάνω από πενήντα, αλλά εγώ όταν συμπλήρωσα τα χρόνια μου σταμάτησα ευγνώμων γι’ αυτό τον μισό αιώνα που είχα ζήσει».

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Σώτη Τριανταφύλλου:"Για την αγάπη της γεωμετρίας"


"Για την αγάπη της γεωμετρίας": το πικρότατο χρονικό της νιότης. Κεντρική ηρωίδα η Ανατολή Μπότσαρη που μεγαλώνει όπως μπορεί σε μια μεσοαστική οικογένεια στο κέντρο της Αθήνας... Μια οικογένεια συνηθισμένη, ίσως όχι και τόσο... 1971, 1972, 1973... 1990, 1999... Τα γεγονότα: ένας εφηβικός έρωτας, μια εγκατάλειψη, μια ακόμη εγκατάλειψη, δυο αποτυχίες απανωτές, ύστερα αρρώστιες, αναρρώσεις: να γονατίζεις εφτά φορές και να σηκώνεσαι οχτώ... Ίσως και να μη σηκώνεσαι την όγδοη φορά... Ακολουθεί μια αυτοκτονία, ο συνηθισμένος εφιάλτης του εγκλεισμού: πριν απ' αυτά, ταπεινώσεις, απώλειες, συμβιβασμοί. Το πικρότατο χρονικό της νιότης.