Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Ζυράννα Ζατέλη:"Περσινή αρραβωνιαστικιά".


Το δικαιώμα εισόδου σε όλες τις λέσχες των ψυχικά προικισμένων η Ζ.Ζ. το απέκτησε με αυτό το πρώτο της βιβλίο, που ήδη έχει ηλικία δέκα ετών. Τα διηγήματα είναι εννέα – όσες και οι Μούσες. Γυναίκα από σύμπτωση και συγγραφέας από απόλυτη κλίση, η κεντρική φιγούρα έχει τόση ανάγκη να γευτεί το τερπνό δηλητήριο του εγώ της, ώστε τολμά να υψώνει τη λογοτεχνία της σαν σπάνια κύλικα.
Οι ιστορίες αυτής της συλλογής έχουν κάτι από την απόκρυφη γοητεία των νευμάτων της ιέρειας και την αινιγματική επίδραση των φίλτρων.
Κ.Π.

Ζυράννα Ζατέλη:"Και με το φως του λύκου επανέρχονται".


Αν πάρεις δέκα σκυλιά και πας και τ’ αφήσεις σ’ έναν αγριότοπο, σε μια ερημιά απ’ όπου δεν περνάει ψυχή ζώσα, τα σκυλιά αυτά μέσα σε λίγες εβδομάδες θα ξαναγίνουν λύκοι...
Με την ανεξιχνίαστη περιστροφή που θα ακολουθούσε ένα ηλιοτρόπιο της νύχτας, η τέχνη της Ζ.Ζ. –επαληθευμένη χαρμόσυνα σε αυτό το τρίτο της βιβλίο, που είναι και το πρώτο της μυθιστόρημα– αποδεικνύει ότι μπορεί κανείς να γράφει σαν να προσπαθεί να λύσει τα μάγια του κόσμου ή σαν να ξορκίζει τη λύση τους.
Το διάχυτο θέμα αυτών των ιστοριών: πώς γεύεται κανείς το μέλι πάνω στο τσεκούρι, είναι και η απάντηση στη συναρπαστική αδυναμία της αφηγήτριας: ανίκανη να αντέξει το μαράζι της σιωπής, γιατρεύει τη σιωπή της με τη λογοτεχνία.
Ο αναγνώστης έχει τη σπάνια τύχη να μπει σε έναν εραλδικό κόσμο, όπου οι άνθρωποι υπάρχουν σαν διαλυμένα είδωλα, τα οποία εμπλέκονται στο αφηγηματικό υφάδι με τον αινιγματικό τρόπο που μια μουσική φράση παρεισφρέει αναπάντεχα σε ένα ζωγραφικό πίνακα.

Φωτεινή Τσαλίκογλου:"Έρως φαρμακοποιός".

Στο πατρικό σπίτι με τους σκεπασμένους καθρέφτες, μόνοι τους ο Mιχαήλ και η Eλένη προσπαθούν να ζήσουν. Πάνε δεκατρία χρόνια που η Aντιγόνη έφυγε και οι μέρες είναι βουτηγμένες στη σιωπή και την αρρώστια. Ώσπου μια μέρα έρχεται ο έρωτας κι όλα αλλάζουν. H Eλένη όμως είναι ο τελευταίος άνθρωπος στη γη που θα μπορούσε να αγαπηθεί. Το αγόρι με το σημαδεμένο πρόσωπο, η Λεονώρα, ο νεαρός ποδηλάτης, ο Δημήτριος συμμετέχουν στο παιχνίδι ενός παράξενου, δίχως όρια πάθους.
O Έρως φαρμακοποιός θα αφηγηθεί μια μαγική ιστορία, δωρίζοντας στο τέλος την πιο μεγάλη, την πιο εξαίσια ανατροπή.

Φωτεινή Τσαλίκογλου:"Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ".

Oνομάζομαι Mάρθα. Tον Aπρίλιο του 1882 γνώρισα έναν νεαρό γιατρό. Tον ερωτεύτηκα. Ήμουν 21 χρόνων.
H Mάρθα, η γυναίκα του Φρόυντ, επιστρέφει, σπάει τη σιωπή και αφηγείται την ιστορία της ζωής της.
Eίναι μια φανταστική κατάδυση στον ψυχικό κόσμο μιας γυναίκας για την οποία ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε. Πώς είναι η ζωή κοντά σε έναν άνθρωπο που με το έργο του ανέτρεψε όλα τα δεδομένα της ψυχικής μας ύπαρξης; H Mάρθα Φρόυντ δεν είναι μόνο αφοσιωμένη σύζυγος και μητέρα έξι παιδιών, ζει και μια άλλη ζωή, που συνορεύει με το όνειρο και τα σκοτεινά βάθη της επιθυμίας. «O έρωτας θα είναι ακραίος ή δεν θα υπάρξει», δηλώνει. Σκέψεις απαγορευμένες, ανατρεπτικές επιθυμίες, ξεδιάντροπες πράξεις, όλα επιτρέπονται. Eίναι η ιστορία μιας παράφορα ερωτευμένης γυναίκας. Ένα βιβλίο για τον έρωτα, την ψυχανάλυση, τη Bιέννη του fin de siecle, τη γυναικεία σεξουαλικότητα, την τρέλα, το θάνατο.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Μάρω Βαμβουνάκη:" Το χρονικό μιας μοιχείας και άλλες ιστορίες".

Αγαπάμε τελικά τα πρόσωπα ή μόνο τον έρωτα αγαπάμε; Αγαπάμε αυτό που μας δίνουν ή αυτό που περιμένουμε να μας δώσουν; Τη μορφή τους πόσο αγαπάμε και πόσο τη μεταμόρφωση που σχολαστικά τούς επεξεργαζόμαστε; Κι αυτό που περιμένουμε πόσο αντέχει να ελπίζει; Αντέχει! Κι εγώ δεν ξέρω αν είναι ευλογία ή κατάρα η αντοχή τούτη. Κι εγώ δεν ξέρω τι αξίζει πιο πολύ, η ειρήνη ή η αγωνία της ψυχής μας. 

Μάρω Βαμβουνάκη:"Χορός μεταμφιεσμένων".

Πριν πολλά χρόνια, οι χοροί μεταμφιεσμένων ασκούσαν πάνω μου ποιητική γοητεία. Όταν με πήγαιναν στα bal d' enfants του παγωμένου Φεβρουαρίου όπως τα έλεγαν παλιά στα Χανιά, όταν χανόμουν σε ταινίες, μουσικές, ή νουβέλες για τις παράδοξες τούτες γιορτές, κατακυριευόμουν απ' τη σαγήνη μιας ιλιγγιώδους δυνατότητας: Η δυνατότητα να γίνεις, για λίγο άλλος, είναι μια ελευθερία απόλυτη! Οι χοροί μεταμφιεσμένων, ρωγμή άλλου τόπου, ονειρικού, αμφίβολου όσο και πιθανού, πρόσφεραν την ευχέρεια να βιώσεις, δίχως ενοχές, δίχως ντροπή ότι ψεύδεσαι, εκείνο που προτιμάς να ήσουν. Να φορέσεις το προσωπείο που σου εξιδανικεύει το πρόσωπο. Σήμερα έχασαν την αίγλη τους και όταν σπανίως μασκαρεύονται οι άνθρωποι, αυτό δεν έχει καθόλου απ' την παλιά έξαψη. Ντύνονται, μηχανικά σχεδόν, γιατί είναι έθιμο, για να διασκεδάσουν κάπως αλλιώς, γιατί το απαιτεί μια κοσμική πρόσκληση. Ο ποιητικός βυθός της μεταμφίεσης έχει στερέψει.

Λέω πως τούτη η αλλαγή δεν είναι ασύνδετη από τον τρόπο που πια λειτουργούμε. Η σύγχυση ταυτότητας και η επισημοποιημένη υποκρισία των ρόλων, η μειωμένη προσωπικότητα, ο χλιαρός χαρακτήρας που καλλιεργείται από άμυνα ως τύπος, η απουσία κέντρου ζωής, και η θεμιτή, η σχεδόν επιβεβλημένη διπλοπροσωπία για να κυκλοφορείς κοινωνικά, για να αντέχεις τον εαυτό σου, έχουν κάνει τη μεταμφίεση μια καθημερινή κοπιαστική και αγχώδη ρουτίνα. Προς τι λοιπόν να ονειρεύεσαι μια πρόσκληση σε τέτοιους χορούς;

Το να σε ελκύει να μεταμφιεστείς και να το σχεδιάζεις με λαχτάρα, προϋποθέτει ότι γνωρίζεις ποιος είσαι. Για να γίνεις συνειδητά άλλος, πρέπει να γνωρίζεις συνειδητά ποιος όντως είσαι. Πώς αλλιώς θα ξεχωρίσεις το "άλλος"; 

Μάρω Βαμβουνάκη:"Η μοναξιά είναι από χώμα"

Πρόκειται για δεκαοχτώ ανεπίδοτες επιστολές ενός άντρα προς τη γυναίκα που χώρισε. Αυτοεξόριστος σ' ένα βορινό νησί και διασχίζοντας την τυραννική έρημο της απώλειας και της απόγνωσης κερδίζει τη λυτρωτική γνώση που θα τον γαληνέψει, επιτέλους.

Σώτη Τριανταφύλλου: "Ο χρόνος πάλι".

Φιλοξενία είναι να καλείς κάποιον στην κουζίνα σου...
Το "Ο χρόνος πάλι" είναι ένα παιχνίδι αυτοβιογραφίας: η συγγραφέας περιηγείται στη ζωή της· η μυθοπλασία συγχέεται με την πραγματικότητα, όσα συνέβησαν συγχέονται με όσα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί, με όσα θα ήταν ωραίο να συμβούν· "αν είχα μια δεύτερη ευκαιρία, μια δεύτερη ζωή, θα γινόμουν..." 

Το βιβλίο αυτό -τα απομνημονεύματα ενός ανθρώπου που έζησε "έναν αστερισμό από γεγονότα"- είναι άλλοτε κοινωνική ιστορία, άλλοτε λογοτεχνική κριτική, άλλοτε ταξιδιωτική πεζογραφία· η καταγραφή μιας προσωπικής φιλοσοφίας για την ύπαρξη και για το γράψιμο, για τη ζωή στη μεγαλούπολη, για την αποτυχία του έρωτα, για τον Σαίξπηρ, για το δίκιο του Κερένσκυ έναντι των μπολσεβίκων, για τους αγώνες της Φόρμουλα 1 και για τις τηγανητές πατάτες. Στις σελίδες του Ο χρόνος πάλι -που μπορούν να διαβαστούν σε τυχαία σειρά- οι στιγμές ξεδιπλώνονται σαν χάρτης· τα λογοτεχνικά τοπία είναι τοπία της ψυχής. Στα περιθώρια σημειώνονται παρατηρήσεις και ερωτήματα για την ποίηση, την πολιτική, τη φιλία, την αγάπη, την απώλεια· για την αρρώστια και τον θάνατο· για το πώς μπορείς να μεταμορφώσεις την απελπισία στην πιο ακλόνητη ελπίδα. Ανάμεσα σε όσα έφερε το πέρασμα του χρόνου -του χρόνου που σε βλάπτει "μόνο αν είσαι τυρί..."- είναι μια υπέροχη παιδική ηλικία, μια νεότητα που παρατράβηξε, μια εξέγερση που δεν τελείωσε ποτέ.

Το "Ο χρόνος πάλι" αποτελεί μια επινοημένη βιογραφία· προπάντων, είναι ένα έργο τιμής στα βιβλία, για το πώς η ανάγνωση μπορεί να σώσει τη ζωή σου.

"Καμιά φορά, το πρώτο πρόσωπο, η φωνή του αφηγητή, η φαινομενικά άδολη κι αθώα, είναι παραπλανητική· κόλπο, ξεγέλασμα. Ο συγγραφέας παίζει το παιχνίδι της βιογραφίας χρησιμοποιώντας ένα σωρό απεικάσματα..."

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Ευγενίας Φακίνου:"Η μεγάλη πράσινη".


Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, όταν μιλούσαν για τη θάλασσα, έλεγαν: η μεγάλη πράσινη. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έπλεαν τον Νείλο αλλά φοβήθηκαν την ανοιχτή πράσινη πελαγίσια θάλασσα. Δεν τόλμησαν. Δεν έγιναν ποτέ θαλασσοπόροι. Έβαλαν τους Κρήτες να τους κάνουν το εμπόριο και τη ναυτιλία.
Η μεγάλη πράσινη είναι η πρόκληση που δεν αποδεχθήκαμε ποτέ. Όλες οι τολμηρές ιδέες που δεν πραγματοποιήσαμε. Όλα τα περιπετειώδη ταξίδια που δεν κάναμε. Όλοι οι έρωτες που ονειρευτήκαμε. Η μεγάλη πράσινη είναι η ελπίδα ότι κάποτε θα τολμήσουμε.

Ευγενία Φακίνου:"Γάτα με πέταλα".

Ένας χυδαίος τίτλος, σε ένα βιβλιο που περιγράφει τη χυδαιότητα και την ηθική κατάπτωση. Τρεις παράλληλες κι αλληλοεμπλεκόμενες ιστορίες. Μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης. Μιας καταπάτησης οικοπέδων και μιας τρίτης - πολιτικής - ιστορίας, που δε λέγεται, αλλά εννοείται. "Γάτα με πέταλα" έιναι ο κυρ Αφρέδος Μ., πρώην βοηθός επιστάτη του κήματος - που ι ίδιος καταπατά - , πατέρας της εγκυμονούσης κι αρχηγός των δολοπλόκων κι απατεώνω. Καταφέρνει να τους κάνει όλους - αυτουργούς, ηθικούς αυτουργούς, κι απλούς γνώστες ή θεατές - να αισθάνονται συνένοχοι και συνυπεύθυνοι στις κομπίνες και στο κουκούλωμά τους. 

Ευγενίας Φακίνου:"Τυφλόμυγα".

Aκραίες καταστάσεις πάθους, όπου δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι και ο έρωτας, ιερός ή βέβηλος, διαβρώνει τα πάντα. Ένα μοιραίο ζευγάρι. Eκείνος ζωγράφος, ένας υπέροχος νάρκισσος, ένας ιδανικός άντρας, γενναιόδωρος, που έχει την ικανότητα να κάνει τις γυναίκες να αισθάνονται σημαντικές. Eκείνη ερωτευμένη και προσκολλημένη σ' αυτόν. Kαι δίπλα μια τρίτη γυναίκα, συνένοχος και φίλη, μάρτυρας των γεγονότων. Kι άλλες κοπέλες, νέες, ωραίες και πρόθυμες να δοθούν στον ακαταμάχητο άντρα, προκειμένου ν' αφυπνιστούν τα χρώματα, να ελευθερωθούν οι γραμμές και να ερεθιστεί η έμπνευσή του. Kοπέλες διαλεγμένες προσεκτικά απ' τη σύζυγο και τη φίλη της. Έρωτες προσχεδιασμένοι, με ημερομηνία λήξεως, σχεδόν ακίνδυνοι. Tι θα συμβεί όμως όταν θα εμφανιστεί μια γυναίκα-νάρκισσος και τον παρασύρει σ' ένα ανεξέλεγκτο πάθος; Πώς θ' αντιδράσουν οι δυο γυναίκες; Hρωικές λύσεις δεν υπάρχουν. Θύτης και θύμα δεν ξεχωρίζουν και η δειλία είναι μια ιδιότητα πολύ ισχυρή για να επιτρέψει ανατροπές. 

Ευγενία Φακίνου:"Η μέθοδος της Ορλεάνης"

Όταν η Aρέθα βρίσκεται μπροστά σε κινδύνους φανταστικούς ή πραγματικούς, βυθίζεται σε βαθείς ύπνους που διαρκούν μερόνυχτα. Oι γυναίκες του σπιτιού, προκειμένου να την προφυλάξουν από τους κινδύνους και τους ύπνους, την κλείνουν για χρόνια σ' ένα δωμάτιο με τέσσερα παράθυρα, σε πλήρη απομόνωση. Mοναδική της παρηγοριά ο Aντρέας που, αθεράπευτα ερωτευμένος μαζί της από τα παιδικά τους χρόνια, την προτρέπει να το σκάσει και να φύγουν μαζί. Eκείνη δειλιάζει, φοβάται και μαθαίνει να ξεφεύγει από τη μοναξιά με νυχτερινές πτήσεις και ατελείωτες συζητήσεις με τα φαντάσματα νεκρών γυναικών. O φόβος μπροστά στην ελευθερία και η απώλεια της αγάπης μπορούν αργά αλλά συστηματικά να μετατρέψουν μια νεαρή γυναίκα γεμάτη ζωή σε σκιά του εαυτού της. Aρκεί η αγάπη για να την ελευθερώσει; Για να της δώσει τη δυνατότητα να κάνει το μεγάλο άλμα προς την ελπίδα και τον έρωτα; Προς τη ζωή, εντέλει;

Ευγενία Φακίνου:"Οδυσσέας και Μπλουζ"


Ο Οδυσσέας, εκκεντρικός συγγραφέας που ζει απομονωμένος σε μια ορεινή κοινότητα.
Η Μπλουζ, επιμελήτρια κειμένων και σκηνοθέτις ντοκιμαντέρ με κοινωνικά θέματα.
Το Τρένο των νεφών, ένα βιβλίο που περιμένει το τέλος του. 
Το Κόκκινο Σπίτι του συγγραφέα. Έχει την Αίθουσα του Χρόνου, της Χαμένης Αθωότητας, της Θάλασσας και των Αυτόχειρων Συγγραφέων. 
Το Χωριό, που μισεί τον Οδυσσέα και την Μπλουζ, τους θεωρεί υπαίτιους κάθε συμφοράς και εκπροσώπους του Κακού. 
Ένας φόνος, μια αλεπού και δυο σκυλιά δηλητηριασμένα και κρεμασμένα στα κάγκελα του Κόκκινου Σπιτιού, μια πυρκαγιά. 
Ένα βιβλίο για τον έρωτα, το θάνατο, τη μοναξιά και το φόβο για τους Διαφορετικούς. Ένα ψυχολογικό θρίλερ, μια ασυνήθιστη ιστορία σχέσεων.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Άρης Φακίνος:"Ο άνθρωπος που τάιζε τα περιστέρια".


Ο Μύρος, «περιπλανώμενος Έλληνας», είναι υπαρκτό πρόσωπο. Δε χρειάστηκε να πλάσω γύρω του ψεύτικες καταστάσεις και γεγονότα· όσα έζησε και τράβηξε ο άνθρωπος που τάιζε τα περιστέρια, όσα ζήσαμε όλοι μας μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια, φτάνουν και περισσεύουν για να γραφτούν οι πιο απίστευτες ιστορίες. Η Κασσάνδρα, αυτή η παράξενη μαυροφόρα κοπέλα που, στα χρόνια της δικτατορίας, αντιστάθηκε μονάχη της στο γενικό ξεπεσμό και στη δουλοπρέπεια, υπάρχει και ζει ακόμα στο νησί της, σε μια ερημιά. Λένε πως δεν έχει ακόμα θεραπευτεί από την τρέλα της· σηκώνεται τις νύχτες και βγαίνει στους δρόμους, μπήγει φωνές, ξυπνάει τους ανθρώπους.
Τον Προκόπη, το Μικρασιάτη καφετζή, τον είδα για τελευταία φορά πριν μερικά χρόνια. Το μαγαζάκι του έχει γίνει «μπουτίκ» για τουρίστες κι οι ναργιλέδες του, μ' ένα δάχτυλο σκόνη, βρίσκονται σε μια προθήκη ενός μουσείου λαϊκής τέχνης. Ο Πορφύρης, ο χτίστης, έχει τυλίξει τα εργαλεία του σε μια λινάτσα· δε δουλεύει πια, δεν καταδέχεται να βρωμίσει τα χέρια του με τα πετρέλαια και τα γράσα της μπετονιέρας. Όσο για την κυρα-Μαρία, την όμορφη ταβερνιάρισσα, καλά έκανε κι αυτοκτόνησε. Τι να τα 'κανε τα βαρέλια της; Τα ξενόφερτα νερομπούλια που πίνουμε σήμερα πουλιούνται σε μπουκάλια.
Η μάνα του Μύρου ζει ακόμα, περιποιείται τις γλάστρες και τα δεντράκια του κήπου της, σκαλίζει και ποτίζει τη γη, νοιάζεται τις τριανταφυλλιές της που τώρα τελευταία άνθισαν πάλι. Κρατάει, λοιπόν, ακόμα η Ελλάδα.

Λιλή Ζωγράφου:'Η αγάπη άργησε μια μέρα".

Μια παλιομοδίτικη ιστορία που ξετυλίγεται σαν μαγευτικό παραμύθι, χάρη στην ομορφιά και τη λαχτάρα των νεαρών ηρωίδων που αντιστέκονται στον αμείλικτο χρόνο, περιμένοντας καρτερικά την προσγείωση του μεγάλου έρωτα. Γιατί υπήρχε μια εποχή που η αγάπη αργούσε να 'ρθει. Αντίθετα με τη νεαρή ηρωίδα που, έρμαιο του παρορμητικού της ενστίκτου, παραδίδεται σ' έναν άγγελο που την περιμένει στο υπόγειο του σπιτιού της. Και τολμά να ζήσει συναρπαστικές περιπέτειες για να εξελιχθεί εν αγνοία της σε κατακτήτρια της πιο ουσιαστικής ελευθερίας. Γιατί η ελευθερία και τότε, πριν πενήντα χρόνια, και πάντοτε προκύπτει, όχι από συλλόγους και κραυγαλέα μανιφέστα, αλλά από την ατομική συνειδητοποίηση, που διαλέγει τελικά το προσωπικό ήθος, αγνοώντας τους περιορισμούς των έξωθεν απαγορεύσεων. «Από τα 23 βιβλία μου είναι εκείνο που με πόνεσε περισσότερο, θα το έλεγα ερωτικό αν δεν κυριαρχούσε σ' αυτό η απάνθρωπη σκληρότητα της πατριαρχικής οικογένειας. Οι βασικοί χαρακτήρες είναι καθωσπρέπει γυναίκες που σπαταλούν τη ζωή τους στις κοινωνικές συμβάσεις και την ερωτική στέρηση.» Λιλή Ζωγράφου, Τα Νέα

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Ντόρα Γιαννακοπούλου:"Ο μεγάλος θυμός"

Kαλοκαίρι 1994. Tότε άρχισαν όλα. Δεν τον γνώριζε τον ετεροθαλή αδερφό του γαμπρού της η Mυρτώ. Όταν τον πρωτοείδε, τα χέρια τους σφίχτηκαν λίγο περισσότερο, τα βλέμματα διασταυρώθηκαν πολλές φορές. Kανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Mόνο εγώ. Eγώ έπιασα στον αέρα να φεύγει από κοντά μας η Mυρτώ... να χάνεται στα μάτια του άλλου. Aυτός ο έρωτας, που γεννιόταν έτσι ξαφνικά κι απροσδόκητα μπροστά μου, με τρόμαζε. Πόσο θα 'θελα να κάνω κάτι να τον εμποδίσω. Aν μπορούσα τουλάχιστον να γυρίσω πίσω το χρόνο, όταν αυτοί οι δυο δεν είχαν ακόμα συναντηθεί. Aν μπορούσα... Όμως ούτε το χρόνο μπορούσα να σταματήσω, ούτε να φρενάρω τις επιθυμίες και τους πόθους τους. Πού θα οδηγούσε αυτή η σχέση; Aπό ποια σκοτεινά μονοπάτια έπρεπε να περάσουν; Πώς θα αντιδρούσε ο άντρας της και η κόρη της; Πώς θα αντιδρούσε προπαντός ο γιος της, με τη μεγάλη αδυναμία που είχε στον πατέρα του; Πώς θα συγκρατούσε το μεγάλο του θυμό; Kανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί τότε αυτό το αδιέξοδο...

Ντόρα Γιαννακοπούλου:"Η πρόβα του νυφικού".


1939. Εκείνος –ο επικίνδυνος «Εκείνος»– προχωρούσε... προχωρούσε... Το '39 θα 'φερνε το '40. Αλλά στην επαρχιακή πόλη άλλα πράγματα, πολύ πιο ανήσυχα κι ενδιαφέροντα, αφορούσαν κάποιες αστικές οικογένειες. Όλα έδειχναν τέλεια. Ακόμα και η πρόβα του νυφικού. Κι όμως... Η «πέρα του κόσμου τούτου», όπως έλεγαν την Ευανθούλα, ήξερε πολύ περισσότερα απ' αυτ
ά που φανέρωναν οι λιγοστές της κουβέντες... Ναι, όλα εξελίσσονταν υπέροχα για τους δικούς της, για την ίδια όμως την Αγγελική είχε έρθει η καταστροφή. Κι η πρόβα του νυφικού της έπρεπε να γίνει. Για να μην υποψιαστεί η οικογένεια. Για να μην πληγωθεί η μητέρα. Αλλ' αυτό ξεπερνούσε τις δυνάμεις της. Την υποκρισία δεν την άντεχε. Με τις καρφίτσες στον ποδόγυρο άρχισε να τρέχει. Ήθελε να ψάξει. Ήθελε να μάθει την αλήθεια όποια και να 'ταν... Έτσι ξεκίνησαν όλα, με τον επικίνδυνο «Εκείνον» πάνω από τα κεφάλια τους να προχωράει... να προχωράει...