Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Λένα Κιτσιπούλου:"Νυχτερίδες".


Ένα κορίτσι δεκατριών χρονών σπάει την πόρτα της εφηβείας και μπαίνει μέσα. Μια μάνα σκύβει απελπισμένη πάνω από τη λεκάνη της τουαλέτας. Ένας μεσήλικας είναι πεσμένος κάτω, εδώ και ώρες. Ένας νεαρός περπατάει μέσα στο κρύο με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του. Ένας πατέρας κλαίει τηγανίζοντας πατάτες. Μια Γιούλα έχει τυλίξει το καλώδιο του τηλεφώνου γύρω από το λαιμό της. Η οικογένεια κάθεται αγαπημένη στο τραπέζι και τρώει κατσικάκι του φούρνου∙ ή μήπως τρώει τα μέλη της;
Οι ήρωες του βιβλίου παλεύουν απεγνωσμένα να υποτάξουν τα σκοτεινά και βίαια ένστικτά τους, αλλά αυτά είναι τελικά που θα τους σπρώξουν στο επόμενο βήμα, άλλοτε λυτρωτικό, άλλοτε καταστροφικό, πάντα όμως αναγκαίο και αναπόφευκτο.

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Σοφία Νικολαΐδου :"Απόψε δεν έχουμε φίλους"

Δεκέμβριος 2008: Πορείες και συνθήματα. Μια μεγάλη φωτιά σε μια μεγάλη σχολή. Και μια φράση που εκτοξεύεται με δύναμη: Απόψε δεν έχουμε φίλους. 
Οκτώβριος 1981-1989: Ένας ανυποψίαστος -μα αποφασισμένος- ιστορικός ερευνά το απαγορευμένο θέμα των δωσίλογων και τις γερμανοφασιστικές οργανώσεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Από παντού, πέφτουν να τον φάνε.
1934-1944: Ναζιστική Γερμανία, κατεχόμενη Θεσσαλονίκη. Εβραίοι, Έλληνες, Γερμανοί. Μαυραγορίτες, κατηχητικά, φυλακές και συσσίτια. Προδότες και πατριώτες. 

Ένα μυθιστόρημα για τρεις γενιές Ελλήνων που προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους, την ώρα που η Ιστορία δείχνει τα δόντια της. Γονείς και παιδιά, φοιτητές, μαθητές, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, μπακάληδες και αλάνια, γιαγιάδες και υπάλληλοι, συνδικαλιστές και ουδετερόφιλοι μαθαίνουν μια και καλή πως πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά. 
Ποια είναι η σωστή και ποια η λάθος απόφαση, όταν ο κόσμος γύρω καίγεται; 
Πώς τσακίζεται η θεωρία στην πράξη; 
Και ποιος μας βεβαίωσε, παρακαλώ, πως αυτή η χώρα ποτέ δεν πεθαίνει; 


Βασίλη Γκουρογιάννη:"Το ασημόχορτο ανθίζει"

Μια μυθική "αυτοκαταδίωξη" εξελίσσεται τον καιρό του πολέμου στους τόπους της Θεσπρωτίας ή Τσαμουργιάς. Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες (αρχαίοι Θυάμιδες), εξισλαμισμένοι χριστιανοί που λησμόνησαν και λησμονήθηκαν, συνεργάστηκαν με τους κατακτητές Ιταλούς και Γερμανούς, με αποτέλεσμα να χυθεί πολύ αδελφικό αίμα στο οποίο οι ίδιοι άγρια πνίγηκαν. Ο λόγος ποιητικός αλλά και εκρηκτικός ανατινάζει τα προσχωσιγενή "ιστορικά" και "ηθικά" τοπία, ερεθίζει την αμνησία και αποκαλύπτει σκληρές αλήθειες. Όμως πάνω απ' όλα σκιαγραφείται η σχιζοφρενική πανανθρώπινη περιπέτεια, που εκδηλώνεται κυρίως σε λαούς ή "κομμάτια" λαών με πλούσιο ασυνείδητο αλλά ελλειματική συνείδηση. 

Βασίλης Γκουρογιάννης:"Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή"

[...] Το παλιό λεωφορείο, ένα Βόλβο εικοσαετίας, με αεροπορικό βόμβο και ξερούς τριγμούς, ξεκίνησε για μια σύντομη περιήγηση στην παλαιά Λευκωσία και αποκεί θα κατευθυνόταν προς το ξενοδοχείο Nicosia. Στην ατμόσφαιρά του πλανιόταν η αίσθηση ότι εγκατέλειπαν πίσω στη Μακεδονίτισσα τους νεκρούς συμπολεμιστές, ηττημένοι από το πάθος για μια παγωμένη μπίρα. Έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούσαν να τους παρηγορήσουν. Δεν γνωρίζουν αν οι νεκροί χρειάζονται παρηγοριές. Αυτό που έγινε πριν από λίγο ήταν μια βιαστική συνάντηση έπειτα από τριάντα τόσα χρόνια παλαιών φίλων, οι οποίοι δεν είχαν τίποτε πλέον να πουν πέρα από τα τυπικά και ανυπομονούσαν να χωρίσουν με εύσχημο τρόπο. Εξάλλου οι νεκροί ήταν ήδη ενήλικες: ήταν τριάντα τριών ετών νεκροί. Είχαν πια προσαρμοστεί να είναι νεκροί, ενώ ως ζωντανοί βίωσαν μόλις είκοσι πέντε χρόνια, και προφανώς τα είχαν λησμονήσει. [...]

Με πρωταγωνιστές μια ομάδα βετεράνων του πολέμου στην Κύπρο το 1974, κατά την εισβολή του Αττίλα, οι οποίοι επιστρέφουν στα πεδία των μαχών τριάντα τόσα χρόνια μετά, ο Βασίλης Γκουρογιάννης στήνει ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα για τον αγνοημένο αυτό πόλεμο αλλά και για κάθε πόλεμο. Μεγάλο μέρος του μυθοπλαστικού υλικού του βιβλίου είναι βασισμένο σε μαρτυρίες Ελλήνων και Τούρκων βετεράνων που έλαβαν μέρος στα γεγονότα.