Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Αλέξης Γκλαβάς: "Πυρίμαχον Σκεύος"

Δεκατέσσερις ιστορίες.

Ιστορίες μικρές, ιστορίες μεγαλύτερες, ιστορίες ακόμα πιο μεγάλες. Ιστορίες για τον
έρωτα και τον θάνατο, δηλαδή μονοθεματικές, μια και «ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια
σπαθιά κρατούνε». Ιστορίες για «ανώνυμους» απλούς ανθρώπους, τον Γιώργο, την
Ελένη, τον Θοδωρή, τον Κωστή, την Κατερίνα, τον Γρηγόρη… Ανθρώπους της διπλανής
πόρτας, ανθρώπους της καθημερινότητας, της ζωής, ανθρώπους οικείους, που όμως
είναι αυτοί που αποτελούν το «άλας της γης».

Ιστορίες για δασκάλους και σκύλους, γιαηθοποιούς και σκηνοθέτες, για δικηγόρους και μουσικούς, για τελειωμένους έρωτες και ατελείωτες αγάπες.

Ιστορίες κομματάκι παλιομοδίτικες, που όμως κουβαλούν μαζί τους το άρωμα της παλιάς κασέλας, που μέσα της οι γιαγιάδες στοίβαζαν τα λινά και τ’ασπρόρουχα με κλαράκια λεβάντας και πότιζε το ξύλο της προκαλώντας συναγερμό σ’όλες εκείνες τις απολήξεις των νευρικών μας κυττάρων στον ρινικό βλεννογόνο… Με μόνο το άνοιγμά της.

Και μαζί τους, μια σειρά από κλικ μιας φωτογραφικής μηχανής, ένα φλας που άστραψε
και φώτισε μία και μοναδική εικόνα κι αυτή στοίχειωσε για μια στιγμή τη μνήμη και
εξακολουθεί να παραμένει αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου. Κι ανάμεσά τους η
μουσική. Να αιωρείται πανταχού παρούσα, παντεπόπτρια και παντοδύναμη.


Ο Αλέξης Γκλαβάς γεννήθηκε στην Πάτρα τις μέρες που ο προηγούμενος αιώ
νας ισορροπούσε στο ψηλότερο σημείο του (30 Οκτώβρη 1950)

Περάτωσε τας
 «εγκυκλίους σπουδάς» στη γενέτειρα πόλη, υπηρέτησε τη μητέρα πατρίδα (21μήνες σύνορα) και επέστρεψε για να ενταχθεί στις παραγωγικές και φορολογούμενες δυνάμεις της χώρας.
Ασχολήθηκε παράλληλα με το θέατρο συμμετέχο
ντας σε θεατρικές ομάδες της πόλης (Καλλιτεχνικό Εργαστήρι, Εταιρεία Θεάτρου& Τέχνης, Ομάδα Πρόταση κ.ά.), με τη φωτογραφία και τη μουσική (παίζει θαυμάσια πικ απ, μαγνητόφωνο και cd player, εσχάτως δε και Η.Υ.).

Φωτογραφίες του
 έχουν φιλοξενηθεί στα βιβλία Σάββατα δίχως μύθο του Κώστα Λογαρά (εκδ. Ρόπτρον) και Μακεδονία της Λουκίας Θεοδώρου (εκδ. Καλειδοσκόπιο), στα περιοδικά ΦΩΤΟγράφος (portfolio «Πατρινό Καρναβάλι»), Κορφές (1ο βραβείο Πανελλήνιου διαγωνισμού φύσης), Μετρό (έπαινος στον Πανελλήνιο διαγωνισμό του περιοδικού). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Αντί, Ερευνητές και Έλατος, όπου δημοσίευσε κείμενα και φωτογραφίες.

Άρθρα και σχόλιά του
έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά της Πάτρας, ενώ συνεργάστηκε και με ραδιοφωνικούς σταθμούς της πόλης σε μουσικές εκπομπές και εκπομπές λόγου καθώς και με τους «902 Αριστερά στα FM», «Μελωδία FM» και «Στο Κόκκινο 105,5».

Στα γεράματα (1996-2000) φοίτησε αξιοπρεπώς και στη σχολή θεατρικών σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.
 
Έχει εκδοθεί άπαξ με κάτι σαν ποίηση (Σπαράγματα, Αχαϊκές εκδόσεις 1994). Το Πυρίμαχον σκεύος είναι
 η πρώτη του απόπειρα στην πεζογραφία.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Μαργαρίτα Καραπάνου:"Η Κασσάνδρα και ο Λύκος"


… Διάβασα το βιβλίο σας και θέλω να σας συγχαρώ για τα εξαιρετικά του προτερήματα. Νομίζω πως κανείς δεν έχει χειριστεί το θέμα της παιδικής ηλικίας όπως εσείς. Δεν έχει μιλήσει για την κρυφή σκληράδα, για το αόρατο αυτό μείγμα της φαντασίας και της πραγματικότητας, μ' έναν τρόπο τόσο ανοιχτό και απροσδόκητο. Μου ήρθανε στο νου ο Proust, ο Jerzy Kosinski και ο Lewis Carroll… Εσείς, όμως, έχετε βρει εδώ μία αλήθεια που κανένας απ' αυτούς τους τρεις συγγραφείς δεν έπιασε. Περιμένω με ανυπομονησία το επόμενό σας βιβλίο.
Απόσπασμα από γράμμα του John Updike
… Καμία ανάλυση της Κασσάνδρας και του Λύκου δεν μπορεί να εξηγήσει τη γοητεία και την αινιγματικότητα του βιβλίου. Πρώτο μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, είναι μία από τις σπάνιες δημιουργίες που γεννιούνται μυστηριωδώς, χωρίς κανένα προηγούμενο. Το βιβλίο είναι πρωτότυπο, τρομαχτικό, ολοκληρωμένο. Εφευρίσκει τη δική του ιστορία, μπαίνει σε εφιαλτικές καταστάσεις και βγαίνει, όπως ανακατεύει το όνειρο με την πραγματικότητα. Η Κασσάνδρα και ο Λύκος είναι ένα μικρό, νευρώδες μυθιστόρημα με μία τέλεια αίσθηση της τεχνικής. Δεν είναι ποτέ συναισθηματικό, όμορφο ή παραφουσκωμένο. Η Μαργαρίτα Καραπάνου καταλαβαίνει πως μία αφήγηση δεν είναι παρά «λεπτομέρεια, λεπτομέρεια, λεπτομέρεια».
Απόσπασμα από κριτική του Jerome Charyn (New York Times)

Μαργαρίτα Καραπάνου:"Ο υπνοβάτης"


Ο Θεός ήταν κουρασμένος… Έβλεπε τη γη του και πώς είχε καταντήσει… Οι άνθρωποι τον είχαν προδώσει. Αποφασίζει, λοιπόν, να στείλει στη γη ένα Θεό καινούργιο, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή τους, το Θεό που θα τους άξιζε. Έσκυψε τότε στη γη κι έκανε εμετό. Πάνω σ' ένα ελληνικό νησί. Το ελληνικό νησί, μικρόκοσμος της σημερινής Ελλάδας και γενικότερα του σύγχρονου πολιτισμού, ένας πύργος της Βαβέλ, όπου οι γλώσσες, οι ανθρώπινες σχέσεις, τα φύλα συγχέονται. Ο Μανόλης, ο νέος Μεσσίας, περνάει σ' αυτό το χώρο σαν υπνοβάτης, αγνοώντας μέχρι τέλους τη θεϊκή του φύση. Σαν υπνοβάτες, εξάλλου, περνούν και όλα τα άλλα πρόσωπα. Μία απεικόνιση του διαλυμένου κόσμου μας, αιχμηρή και απεγνωσμένα κωμική, όμως γεμάτη συμπόνια.
Όταν κυκλοφόρησε ο Υπνοβάτης στο Παρίσι, ο Jerome Charyn τελείωνε ένα μεγάλο άρθρο του στη Monde (το Νοέμβριο του 1987) μ' αυτά τα λόγια: «Η Μαργαρίτα Καραπάνου μας οδηγεί στο λαβύρινθο όπου ζει ο Θεός. Πρέπει κανείς να τη διαβάζει όπως διαβάζει τον Rimbaud και τον Blake, όπως κοιτάζει την απόλυτη ομορφιά μέσα στα μάτια ενός τίγρη. Οι θύτες είναι πολύ πιο τρυφεροί από τους φίλους που μας περιστοιχίζουν. Κι αυτή η επιμονή της Μαργαρίτας Καραπάνου να σκίσει τα καθημερινά μας ρούχα και όλες τις γελοίες μάσκες την κάνει μία εκπληκτική συγγραφέα».

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Αλέξης Σταμάτης:"Μητέρα στάχτη".

 O πατέρας δυνάστης, ηδονοθήρας, ανήθικος. H μητέρα θρησκόληπτη, υπερβατική, υποταγμένη. Τα τρία παιδιά, σκορπισμένα εδώ και εκεί, προσπαθούν να ξορκίσουν τα βαριά οικογενειακά μυστικά που κανείς δεν θέλει να αντικρίσει κατάματα. Το σεληνιακό τοπίο της Σαντορίνης συντηρεί τις σχέσεις σε υψηλές θερμοκρασίες. Xρόνια μετά ο πατέρας τους καλεί να περάσουν το Πάσχα στο οικογενειακό σπίτι, στην Οία. Eκείνοι έρχονται στο νησί, χωρίς να φαντάζονται ότι το επόμενο δεκαήμερο θα ζήσουν τα συγκλονιστικότερα ίσως γεγονότα της ζωής τους. Οι ψυχές ανάβουν, παλιά και νέα φαντάσματα κάνουν την εμφάνισή τους. Εκείνο όμως που θα συμβεί είναι κάτι που δεν το χωράει εύκολα ο νους του ανθρώπου. Ο νόμος, η πίστη, η λογική δεν αρκούν να το εξηγήσουν. Και τότε ο Άλκης, ο μικρότερος, θα φυσήξει τη στάχτη από τα μάτια και, ενδυναμωμένος από τη μαγεία του έρωτα, θα κάνει μια βαθιά κατάδυση ως τα έγκατα της ανθρώπινης φύσης για να γνωρίσει τις ανεξήγητες δυνάμεις που κινούν τη ζωή μας.

Αμάντα Μιχαλοπούλου:"Παλιόκαιρος"

O Παλιόκαιρος είναι το χρονικό ενός αιφνιδιαστικού καλοκαιριού σ' ένα ελληνικό νησί - ενός καλοκαιριού που μεταμορφώνεται σε χειμώνα, ανατρέποντας όλα τα δεδομένα. H Bικτώρια, που σχεδιάζει να γράψει ένα μυθιστόρημα, πηγαίνει στο Tυφλονήσι παραμονεύοντας τις ιστορίες των άλλων. Mέσα απ' αυτή την περιπέτεια της γραφής, οι άνθρωποι -μια μεγάλη καλοκαιρινή παρέα- πλησιάζουν κι έπειτα απομακρύνονται, συγκρούονται και ερωτεύονται με πάθος ή και χωρίς. H πραγματικότητα συγχέεται με την παραίσθηση, η φιλία δοκιμάζεται, ο έρωτας πεθαίνει μαζί με το καλοκαίρι― όλα μοιάζουν επισφαλή, εύθραυστα και διφορούμενα. H θύελλα που ξεσπάει μοιάζει με θύελλα της ψυχής. Mια ολόκληρη γενιά στροβιλίζεται στις σελίδες αυτού του βιβλίου, γεμάτη ερωτηματικά, αναπολήσεις, αγωνίες: Tι θ' απογίνουμε επιτέλους; Yπάρχει κάποιος που μας αγάπησε πολύ; Tι κάνουμε λάθος; Γιατί να ωριμάσουμε; Tο τρίτο μυθιστόρημα της Aμάντας Mιχαλοπούλου είναι μια τοιχογραφία της ελληνικής κοινωνίας και της ευρωπαϊκής εμπειρίας από τη δεκαετία του '60 μέχρι σήμερα. Ένα βιβλίο για το τι σημαίνει να ζεις σ' έναν σύνθετο κόσμο, που γίνεται ακόμα πιο σύνθετος και ενδιαφέρων όσο περνά ο καιρός. Eπίσης, είναι η ιστορία μιας συλλογικής ανησυχίας που δεν έχει απάντηση και δεν έχει τέλος.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Μπράμος:"Βρεγμένο ρούχο".


Εννιά διηγήματα στην Εθνική Οδό. Γυναίκες που συναντούν τους άντρες μέσα στα σκοτάδια, άντρες που δεν μπορούν να καταλάβουν το χάσιμο των γυναικών, νταλικέρηδες που τρακάρουν παρασυρμένοι από ξετρελαμένα θηλυκά, ο δρόμος και η νύχτα, τα ξενοδοχεία και οι πόλεις.
Μικρές ιστορίες ανθρώπων της απώλειας και της φθοράς, που ταξιδεύουν και ερωτεύονται άγνωστους, που αγκαλιάζουν μες στην απελπισία και δραπετεύουν χωρίς εξήγηση. Σώματα που βρίσκονται για μια νύχτα, που μυρίζουν έρωτα και απόγνωση κι αναζητούν τα σκοτεινά μονοπάτια μιας ανέφικτης επαφής. Διηγήματα εμμονών ανοίγουν και κλείνουν απρόσμενα, προσπαθούν να υπερβούν την ηθογραφία με μια γραφή λιτή, που ξεσπάει κάποιες φορές στη συντριβή ενός αδιανόητου λυρισμού.

Αλέξανδρος Κοτζιάς:"Το σοκάκι".

Ένας μεσήλικας αξιωματικός περνά το μήνα του μέλιτος στην Ιταλία με τη νεαρότατη και όμορφη σύζυγό του. Είναι και για τους δυο ένας γάμος αμοιβαίου συμφέροντος, προς χάριν μιας καριέρας βασισμένης στην αξιοπρέπεια. 
Βιβλίο-υποθήκη, το κύκνειο άσμα του Αλέξανδρου Κοτζιά ανατέμνει τη μεταπολεμική ιστορία τα Ελλάδας, και πιο συγκεκριμένα την περίοδο του 1943-1973, που ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήρισε ως τον "νεοελληνικό Τριαντακοντετή πόλεμο".   

Διονύσης Χαριτόπουλος :"Εναντίον του Marlboro."

Δεν υπάρχει κοινωνία. 
Mόνο άτομα. Επιχειρηματίες, μάνατζερ, γιατροί, δημοσιογράφοι, διαφημιστές, καλλιτέχνες, μοντέλα, σύζυγοι, γκόμενες, όλοι εναντίον όλων με μια ακατάληπτη γλώσσα χωρίς αίσθημα. 
Σε έναν κόσμο που τρελαίνεται, η κατάθλιψη, οι ίλιγγοι και η παράνοια είναι συμπτώματα υγείας. 
Η νέα εποχή είναι τώρα. 

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Κωνσταντίνος Θεοφανέλης:"Η αλμύρα που μίσησα"

Στα χρόνια της ήδη συντελεσθείσης εδώ και καιρούς Επανάστασης του «Εγώ», μια ομάδα ετερόκλητων μεταξύ τους ανθρώπων και χαρακτήρων βρέθηκε, οδηγημένη από δικές της αποφάσεις ή αποφάσεις άλλων, να διάγει την καθημερινότητά της σε ένα μικρό νησί του Βορείου Αιγαίου. Μέσα στο γενικότερο προβληματισμό για το εάν οι αποφάσεις του κάθε ανθρώπου είναι πράγματι δικές του κι αν ο ανθρώπινος χαρακτήρας μπορεί να αλλάξει εξαιτίας κάποιου γεγονότος ή πάθους ή εάν απλά αυτό που φαντάζει ως αλλαγή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εξέλιξη προς εκείνο που ήταν να γίνει, στήνεται το σκηνικό των συγκρούσεων χαρακτήρων, παθών και συναισθημάτων, με απώτερο πάντοτε στόχο την κατάκτηση της ευτυχίας, μιας ευτυχίας με διαφορετικό νόημα και περιεχόμενο για τον καθένα. Κεντρικός ήρωας ο Μιχάλης, ένας μεσήλικας οπαδός μιας νιτσεϊκής ερμηνείας της ηθικής, που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την Αθήνα και να επιστρέψει μετά από είκοσι δύο χρόνια στο νησί που γεννήθηκε και μεγάλωσε, στο νησί και την αλμύρα του, που αγάπησε και μίσησε έντονα και παθιασμένα. Στην αλμύρα, που άλλοτε τόπος κι άλλοτε συναίσθημα υγρό, πότισε τους ανθρώπους και το ριζικό τους.

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Λένα Διβάνη:"«Προφανώς η Πηνελόπη ήταν ηλίθια και άλλες ελληνικές τραγωδίες"


Η Δύναμη της φαντασίας συμπληρώνει την αποκαλούμενη πραγματικότητα. Δε λειτουργεί περιστασιακά. Διαλέγουμε κάποιες πληροφορίες που συλλέγουμε με τα μάτια και τα υπόλοιπα τα συμπληρώνουμε από τις αποθήκες της φαντασίας μας. Η Λένα Διβάνημετά το μυθιστόρημά της Ένα πεινασμένο στόμα (Καστανιώτης, 2010) που θεωρήθηκε το πιο άρτιο και καλύτερό της μέχρι σήμερα επιστρέφει με μια συλλογή διηγημάτων ...

Από τον Τάσο Αντωνόπουλο

Στο νέο βιβλίο της η Λένα Διβάνηπαρουσιάζει μια συλλογή δέκα διηγημάτων, στο οποίο εμφανίζει καθημερινές ιστορίες, ιστορίες ανθρώπων της διπλανής μας πόρτας. Όπως αναφέρει και η ίδια Έλληνες για να μην πω Ελληνάρες, με τα καλά τους, με την γκρίνια τους, με τα παράπονά τους, με το «δεν υπάρχει» κράτος τους. Όλοι κατά βάθος τραγικοί ήρωες μιας πολύ ελληνικής κωμωδίας.

Τα κείμενα αυτά είχαν γραφτεί και δημοσιευτεί την προηγούμενη δεκαετία για διάφορα περιοδικά. Η συγγραφέας με το εριστικό της ύφος, ένα ύφος με απίστευτη αμεσότητα και χιούμορ καταφέρνει να σαγηνεύσει και τον πιο δύσκολο αναγνώστη. Μας παρουσιάζει χαρακτήρες που συναντάμε καθημερινά, πρωταγωνιστές που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας τις τελευταίες δεκαετίες.

Ένας άφραγκος φοιτητής περνά το καλοκαίρι στον Πλαταμώνα και καθώς αυτό δεν του αρκεί ονειρεύεται, αποκοιμισμένος μπροστά στην τηλεόρασή του, χλιδάτες διακοπές με μια πλούσια καλλονή απ’ το Μπαλί, πολυτελή αυτοκίνητα και κραιπάλες πάνω σε γιοτ εκατομμυριούχων όντας πεπεισμένος πως ο Ελύτης (που είχε πάρει… Όσκαρ) είχε δίκιο όταν έγραφε πως «θα πάρουνε τα όνειρα εκδίκηση». Ένα ζευγάρι αγγίζει την επανένωση με αφορμή το θάνατο της Αλίκης Βουγιουκλάκη που ένας γέρος στη Σκόπελο πληροφορείται απ’ τις ειδήσεις και απογοητευμένος δηλώνει κάπως μελοδραματικά ότι «άμα πέθανε η Αλίκη, θα πεθάνουμε όλοι»…

Το νέο βιβλίο της Λένας Διβάνη, Προφανώς η Πηνελόπη ήταν ηλίθια και άλλες ελληνικές τραγωδίες (Μελάνι, 2011), είναι προφανώς από τα καλύτερα της.

 

Λένα Διβάνη:Ένα πεινασμένο στόμα".


O Γιάννης Γεωργιάδης είναι ένας φιλόδοξος φοιτητής της Νομικής.  Έχει τα νιάτα του, την ομορφιά του, μια επικίνδυνη εξυπνάδα, αλλά και τίποτ’ άλλο. Ορφανός από μικρός, σπούδασε δουλεύοντας ως εκπαιδευτής σκύλων. Ο Χρίστος Κρεμόπουλος, αντίθετα, ένας από τους γνωστότερους καθηγητές του, έχει κύρος, τραπεζικούς λογαριασμούς και βέβαια υψηλές διασυνδέσεις. Συναντιούνται ένα βράδυ τυχαία στον Λυκαβηττό, βγάζοντας βόλτα τα σκυλιά τους, και η... μάχη αρχίζει. Τι θέλει το πεινασμένο στόμα του νεαρού φοιτητή με τόσο πάθος από τον καθηγητή του; Τα λεφτά του; Τη γυναίκα του; Το γιο του; Τη δουλειά του; Τη ζωή του; Ό,τι κι αν θέλει, το σίγουρο είναι πως έχει αποφασίσει να το πάρει. Θα εισβάλει σαν άγγελος εξολοθρευτής στον κόσμο του ανυποψίαστου καθηγητή και θα τον αλώσει ως γητευτής με τη μέθοδο που εκπαίδευε τα σκυλιά. Το όπλο του, άλλωστε, είναι μια κυνική γνώση γραμμένη στο πετσί του: Δημοκρατία δεν υπάρχει, ούτε στην κοινωνία των σκύλων ούτε στην κοινωνία των ανθρώπων. Μόνο αφεντικά και δούλοι. 
Μια  ιστορία ζήλιας, πόθου και πάθους, για έναν άνθρωπο που έφτασε μέχρι τα άκρα – και τα ξεπέρασε.

Λένα Διβάνη:"Οι γυναίκες της ζωής της".

Aυτό είναι το βιβλίο της Άννας, που κάποτε έμοιαζε με όλες τις άλλες γυναίκες. Tης Άννας, που υπνοβατούσε μέχρι τα 35 ανάμεσα σε σύζυγο, παιδιά και δουλειά. Όπως όλοι. Ήσυχη. Πολύ ήσυχη. Έσπρωχνε τις μέρες με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Όπως όλοι. Kαι ξαφνικά μια φωτογραφία πέφτει στα χέρια της και τα καίει. O άντρας της στο Λονδίνο αγκαλιά με μια όμορφη κοκκινομάλλα. H Άννα που ξέρατε πεθαίνει. Tη θέση της παίρνει ένα άγριο θηρίο με νέα όραση και ακοή. Ένα θηρίο που κήρυξε πόλεμο εναντίον όλων. Tι έγινε μετά, αυτή δεν μπορεί πια να σας το πει. Θα σας μιλήσουν οι γυναίκες της ζωής της. H αντίζηλος, η κόρη, η μάνα, η παιδική της φίλη, η εργοδότρια, η συγκάτοικος... Oι γυναίκες που είδαν τη ζωή της να γίνεται κομμάτια. Ένα κομμάτι η κάθε μία. Ένα αμάρτημα της Άννας η κάθε μία. Φθόνος, Oργή, Aκηδία, Λαγνεία, Λαιμαργία, Mαταιοδοξία, Aπληστία. H μία μετά την άλλη παρακολουθούν την Άννα να παλεύει σαν ναυαγός σε σχεδία να σωθεί. Mπερδεύουν τη ζωή τους με τη ζωή της. Kι όταν σωθούν οι λέξεις, η Άννα μόνη της θα γράψει το τέλος. Aυτό είναι το βιβλίο της Άννας, που κάποτε έμοιαζε με όλες τις άλλες γυναίκες. Aυτό είναι το βιβλίο των γυναικών που κάποτε έμοιαζαν με την Άννα.l

Παύλος Μάτεσις:"Πάντα καλά".


Πολλοί κάτοικοι αυτού εδώ του βιβλίου επιχείρησαν παλαιότερα έξοδο προς το Κοινό, με μία τηλεοπτική σειρά, την οποία, ευτυχώς, έπνιξαν στο λίκνο της διάφορες λερναίες ύδρες. Τώρα, ενισχυμένοι, πιο πολλοί και χαρούμενοι, σχηματίζουν συμμορία και της δίνουν για όνομα μία ευχή (ή διαπίστωση): Πάντα καλά. Όλοι τους άοπλοι: χωρίς παιδεία, γοητεία, φιλοσοφία, κάλλος, όνομα, γνωριμίες, χωρίς άγκυρες. Όμως θέλουν, και ξέρουν, να ζήσουν. Κατέχουν το ευ ζην.
Με τα έργα του Η Μητέρα του ΣκύλουΎλη ΔάσουςΟ παλαιός των ΗμερώνΠρος ΕλευσίναΗ βουή, ο συνένοχος και συγγραφέας τους είχε οδηγήσει, μέσα από δρόμους επίσημα σκοτεινούς, απειλητικούς, μαγικούς και αιχμηρούς, τους ήρωές του, που, εδώ, έχοντας προσλάβει για κομπάρσους τους παλαιότερους πρωταγωνιστές της πορείας αυτής, βγήκαν στον ήλιο και μας υποδέχονται με μία προσταγή-παρότρυνση: Ζήστε, ρε!

«Μπορεί να υπάρξει μία λογοτεχνία που κατορθώνει να ζωγραφίζει τέλεια κάθε τι που αγγίζει; Υπάρχει. Πρόκειται για λογοτεχνία ελληνική. Το Πάντα καλά του Παύλου Μάτεσι, ένα πανόραμα ζωηρό, γόνιμο, πλούσιο σε φωτοσκιάσεις και με κορυφές υψηλής ποιότητας. Ο Παύλος Μάτεσις είναι ένας σύγχρονος Αριστοφάνης».
GIUSEPPE MARTINI, Gazetta di Parma, Ιταλία