Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Ναγκίμπ Μαχφούζ:" Ενώπιον του θρόνου"


Οι σημαντικότεροι ηγέτες στην ιστορία της Αιγύπτου προσέρχονται ένας-ένας στην επιβλητική Αίθουσα της Δικαιοσύνης και απολογούνται για τα πεπραγμένα τους ενώπιον του Θεού Όσιρι και της Ίσιδας. Είναι όλοι εκεί: από τους Φαραώ Χέοπα και Ραμσή και τη Βασίλισσα Χατσεπσούτ μέχρι τους προέδρους Γκαμάλ Αμπντ ελ Νάσερ και Άνουαρ αλ Σαντάτ. Οι ηγέτες του παρελθόντος επικρίνουν ή εξυμνούν ο ένας τον άλλο: ο ιδρυτής της Αιγύπτου Φαραώ Μήνης κατηγορεί τον Νάσερ και το πραξικόπημά του για την παρακμή της χώρας, ενώ ο Νάσερ επιτίθεται στον Σαντάτ για την πολιτική του. Εκτός από τους πολιτικούς, στο βήμα ανεβαίνουν επαναστάτες, ποιητές και φελάχοι, διατυπώνοντας ο καθένας τη δική του κριτική άποψη για την πανάρχαια και πολύπαθη χώρα.

Μια άκρως πρωτότυπη προσέγγιση της κοινωνικοπολιτικής ιστορίας της Αιγύπτου, ένα μοναδικό μυθιστόρημα από τον βραβευμένο με Νομπέλ Ναγκίμπ Μαχφούζ.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Ανατόλ Φρανς:"Θαϊς η εταίρα".

Άγιοι και πόρνες, χριστιανοί και ειδωλολάτρες, αναχωρητές και γλεντοκόποι...στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια

Ανατόλ Φρανς:"Οι θεοί διψούν"

Όπως οι μεγάλοι κυκλώνες στην τυφλή τους μανία δεν αφήνουν τίποτα όρθιο ισοπεδώνοντας και καθαρίζοντας το έδαφος, έτσι και οι μεγάλες επαναστάσεις ξεριζώνουν και ανατρέπουν συθέμελα το παλιό για να χτίσουν στη θέση του το καινούργιο. Το '89, η πρώτη μεγάλη κοινωνική και πολιτική επανάσταση, ανέτρεψε και εκμηδένισε ό,τι ως τότε θεωρούνταν αιώνιο, ιερό και απαραβίαστο ανοίγοντας για την ανθρωπότητα μια νέα εποχή ελευθερίας και προόδου. "Οι θεοί διψούν" του Ανατόλ Φρανς αυτές τις Μεγάλες Μέρες απηχούν και ζωντανεύουν μ' όλες τις εξάρσεις και τις μικρότητές τους.

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Παύλος Μάτεσις:"Η μητέρα του σκύλου"


Μια γυναίκα τιμωρήθηκε. Το αποδέχεται. Και μετατρέπει μόνη της την τιμωρία σε ισόβια: την "ακινησία". Μια γυναίκα-"στάσις". Και γύρω της η βουή και τα πάθη, να τα ριπίζει η τρέλα μεταμφιεσμένη σε αμέριμνο πουλί. Η κόρη της, ως επανάσταση για την τιμωρία, μεταμφιέζει με ψευδώνυμο την πόλη που αδίκησε τη μητέρα της, επιθέτει ψευδώνυμο και στον εαυτό της, βαφτίζεται "Ραραού" και καταφεύγουν πρόσφυγες στην πρωτεύουσα. Θύμα, και όχι ηρωίδα του βιβλίου αυτού, η Ραραού εγκαθίσταται στο Μελόδραμα και στο Κωμικό. Την ανάγκασαν να πιστέψει ότι δεν της επιτρέπεται να είναι τραγική, τα πάθη της δεν ανέρχονται σε επίπεδο μεγαλοπρέπειας. Τελικά, όμως, η Τραγωδία, έστω και με σπασμένη κόθορνο, την επισκέπτεται και τη μυρώνει. Γύρω στις δύο γυναίκες, θολή στο βάθος μια χώρα αδέσποτη. Και πρόσωπα πολλά, που πιστεύουν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε ως πρόσχημα για να γίνουν βιβλία τα δικά τους πάθη. Κατά τη διαδρομή του βιβλίου, οι λοιποί κάτοικοί του βαθμιαία ευτυχούν και εγκαταλείπουν ησυχασμένοι και το βιβλίο και τη Ραραού. Η χώρα παραμένει θολή και ακίνητη στο περιθώριο του βιβλίου. Το οποίο βιβλίο δεν αντέχει να παρακολουθήσει τη Ραραού ως το τέλος της: λιποταχτεί, την εγκαταλείπει να συνεχίσει μόνη της. Τελικώς, λάθος μου που την αποκάλεσα θύμα. Αφού άλλωστε μόνη της δηλώνει ευτυχής και επιτυχημένη. Δεν γνωρίζω τι απέγινε η Ραραού.

Π. Μ.

Παύλος Μάτεσις:"Ο Παλαιός των Ημερών"


Το έργο τελειώνει εβδομήντα χρόνια πριν από την εποχή που αρχίζει η "Μητέρα του σκύλου". Στη βαθύτερη Ελλάδα, ορεινή δαιμονιακή περιοχή που δύο αιώνες τώρα δεν έχει ευλογηθεί με θαύμα, θα παρουσιαστεί ο Ελισσαίος. Βίαια χαρισματικός, με αγυρτείες και συνένοχο τη λαχτάρα του κόσμου, θα υψωθεί σε θαυματοφόρο άτομο. Ώσπου, χάρη σε μια μεγαλειώδη απάτη (που στήνει ο πλέον προσφιλής του), ο Ελισσαίος θα πραγματοποιήσει και αληθινό θαύμα. Και θα τρομάξει.
Η ανάγκη του ανθρώπου για θαύματα. Η απαίτησή του να θαυματουργήσει, ανταγωνιζόμενος τις ανώτερές του δυνάμεις. Οι θεοσεβείς γονείς, που θα αφήσουν το παιδί τους να πεθάνει για να τους το αναστήσει ο Ελισσαίος και έτσι να λάβουν δόξα. Το βαθύχρωμο, αγριεμένο, ελληνικό ασυνείδητο. Σκοτεινό, επαναστατικό και επαναστατημένο. Η ωραιότης αγρίων κατορθωμάτων, που τα επιθυμείς αλλά δεν τα αποτολμάς, η απαίτηση του Έλληνα να νικάει, να διεκδικεί ύψος και εύρος Θεού, σε ένα έργο που επιφανειακά μόνο έχει σχέση με θρησκείες. Η ελληνική δίψα όχι για την καθημερινή αλλά για τη "γιορτινή" πραγματικότητα. Το ελληνικό αίτημα, η ζωή έχει γίνει παραφορά, αλλιώς γίνεται βάρος.
Οφειλές: στον Όμηρο, στις ιστορίες για τον Παπουλάκη, στον Φώκνερ (μια φράση του έχει ενσωματωθεί στο έργο, να φυλάει το κείμενο). Τον τίτλο του βιβλίου τον οφείλω στην Καστοριά.
Π.Μ