Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Γιάννης Μακριδάκης:"Ήλιος με δόντια"

Απόμεινα τότε, θυμάμαι, εκεί, κάτω από τη μεγάλη γαλαρία, γερμένος για κάμποση ώρα πάνω στη βαριά σιδεριά της καστρόπορτας, να κλαίω με αναφιλητά, ώσπου μέσα στο βούρκο του μυαλού μου άστραψε η σκέψη πως από κείνη την ώρα ήμουνα πια εγώ η μοναδική, η πιο μεγάλη ντροπή του Φρουρίου. Σκέφτηκα τις μέγαιρες αφρισμένες να με διώχνουνε, να με κατασπαράζουνε και να με ματώνουνε με τα νύχια και με τα δόντια τους. Τότε ένα σαρδόνιο γέλιο ξεχύθηκε από μέσα μου και μια δύναμη, που δεν ξέρω από πού ήρθε, έσφιξε τις γροθιές μου. Ένιωσα άτρωτος. Έκανα αμέσως μεταβολή και τράβηξα αποφασισμένος, με το κεφάλι ψηλά και με βήμα γοργό κατά το σπίτι μας. Στα παραθύρια πια δεν έστεκε καμιά. Δεν είδε καμιά τη δύναμη μου. Εκείνο το πρωί δεν πήγα στο μαγαζί. Αλλά ούτε θυμάμαι να ξανάνιωσα ποτέ τόσο άτρωτος όσο εκείνη τη μέρα.

Μια χειμαρρώδης συνειρμική αφήγηση ζωής.
Ένας άνθρωπος - παράπλευρη απώλεια ενός ιστορικού πολεμικού δυστυχήματος, ο φάκελος του οποίου δεν άνοιξε ποτέ.
Μια άκρως προσωπική υπόθεση...


Γιάννης Μακριδάκης:"Η άλωση της Κωσταντίας"

Στο Τζιχάνγκιρ, στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης, σε ένα διαμέρισμα με θέα το Κανάλι και τα καράβια που πάνε κι έρχονται συνεχώς, ζει η Κωσταντία, Ρωμιά από αυτές που ξέμειναν εκεί μετά τα γεγονότα. 

Ένα πρωί παίρνει γράμμα από την Ελλάδα, όπου διαμένει η κόρη της, παντρεμένη με Έλληνα που γνώρισε κατά τη διάρκεια των σπουδών της στην Αθήνα. 

Δεν είχε συνηθίσει η Κωσταντία να παίρνει γράμματα σε τέτοιες σύγχρονες εποχές και απόρησε. Το γράμμα όμως ήταν πολυσέλιδο και είχε την υπογραφή του γαμπρού της. Και την εξομολόγησή του. 
Η Κωσταντία νιώθει τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια της. Με τη φίλη της τη Βαγγελία ξενυχτούν και διαβάζουν, σχολιάζοντας αράδα την αράδα, το αναπάντεχο γράμμα με την τρομερή αυτή είδηση.