Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Γιάννης Ξανθούλης:"Το Πεθαμένο Λικέρ"

. Από το 1981 είχα βάλει στο μάτι τον πίνακα του Σάρτζεντ, που στολίζει το εξώφυλλο τούτου του βιβλίου. Όταν τον αντίκρισα, είπα ταραγμένος: «Άα... τούτους εδώ τους ξέρω κι ας μας χωρίζουν κάπου εκατό χρόνια». Τους ήξερα, αλλά πώς; Άντε πάλι να ψάχνω μέσα σε γνώριμα βλέμματα – ένα τεράστιο στοκ βλεμμάτων. Ωστόσο, κάποια ιδιαίτερη ανάμνηση με οδήγησε από μόνη της στην υγρασία του παλιού ποτοποιείου, όπου γινόταν το «πεθαμένο λικέρ». Κι εκεί, στη γλυκιά αλκοολική σκουριά και στη σιωπή, βρήκα τους ήρωές μου. Τη Ραλλού, τον Φώτη και εμένα. Ν' αγαπιόμαστε και να δενόμαστε με τα πιο κρυφά μυστικά, στη μυθική Κυψέλη του 1957. Παρασύρθηκα, έτσι, ζωντανεύοντας πράγματα παλιά αλλά αρωματικά και μεθυστικά, όπως το «λικέρ», όπως ο πόθος και φόβος των παιχνιδιών που παίζουν οι μεγάλοι – ονομάζοντας το παιχνίδι ζωή, ελπίζοντας σε κάποια σπλαχνική ασυλία. Τα παιχνίδια, όμως, δεν έχουν ανθρώπινη λογική. Είναι εκδικητικά από τη μαγική τους φύση, γιατί επιζούν και διαιωνίζονται μέσα από τα λάθη και τις αδυναμίες των παικτών τους. Πάντως, όλα ξεκίνησαν απ' το χαμόγελο και το βλέμμα μιας ζωγραφιάς, ένα απόγευμα στη Νέα Υόρκη.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ

Γιάννης Ξανθούλης:"..ύστερα, ήρθαν οι μέλισσες..."

...Eκείνοι που ανέλαβαν να παίξουν το ρόλο του Θεού πριμοδότησαν και τους θανάτους-τιμωρία των αναμνήσεών τους. Θάνατος προσώπων από ένα υγρό, αμύθητο παρελθόν, ευτράπελο όσο και τρομακτικό, προσκολλημένο στα τέλη της δεκαετίας του '40. Tότε που ο θίασος της Mαρίκας Σουέζ περιόδευε με τρέλα και αυταπάρνηση στις ιαματικές λουτροπηγές μιας εξαθλιωμένης από τους πολέμους Eλλάδας. Για τον Στάθη, που κόντευε τα εξήντα, με παράστημα αλά Kλιντ Ίστγουντ, όπως αρμόζει σε διασωθέντα ήρωα, όλα αυτά ήταν γρίφος. Όμως όσο κι αν το πήρε αψήφιστα, ασφαλισμένος στο χλιαρό παρόν του, συνεχίζοντας δηλαδή να εκδίδει επιμελώς μοναχικά το μελισσοκομικό περιοδικό του –μέρος κι αυτό της αλυσιδωτής περιπέτειας– χρειάστηκε να μπει στη λογική του φόβου και στα «επιμέρους» μιας ηθελημένα ξεχασμένης περιόδου. Ίσως της πιο ανεξέλεγκτα ασύδοτης. Γεμάτης πάθος, παράλογη βία, έρωτες, παραστάσεις με ομοιοκατάληκτα δράματα, όπως H Παναγιά τιμωρεί το Kρεμλίνο – αινίγματα φωσφορούχα στα μάτια ενός μικρού αγοριού που βιαζόταν να μεγαλώσει. Έτσι, άνοιξε η επικίνδυνη χαραμάδα στο «ιαματικό» παρελθόν, μπάζοντας ταυτόχρονα ανέμους με αλήθειες και υστερικά συναισθήματα, φορτωμένα τα εύσημα της αγάπης, του μίσους αλλά και της μεγάλης νοσταλγίας που υφαίνει το δέρμα του ανήσυχου ύπνου.

Γιάννης Ξανθούλης:"Το τανγκό των Χριστουγέννων"

Ένα τανγκό για τα Χριστούγεννα γίνεται αφορμή να ανατραπεί ο «αμφίσημος» – έτσι κι αλλιώς– αισθηματικός κόσμος του Στρατοπέδου Βάτη στον Έβρο. Ένα τανγκό που ξεδιπλώνει ρυθμικά σχέσεις και απελπισίες μέσα από ξεκαρδιστικά δραματικές συγκυρίες. Καταγραφέας όλων αυτών ο Λάζαρος Λαζάρου, που γίνεται μάρτυρας ερώτων, θανάτων και εορταστικών πανικών. Έτσι τα Χριστούγεννα του 1970 θα καταχωρηθούν στη μνήμη του σαν σκοτεινός αισθησιακός εφιάλτης, που θα τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή με ένα αθεράπευτα ρυθμικό τανγκό.