Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Τζιμ Μόρισον:"Τα Νέα Πλάσματα".


Η δεύτερη και τελευταία συλλογή ποιημάτων του Jim Morrison "Τα Νέα Πλάσματα" που δημοσιεύτηκε το 1969, είναι ένα οραματικό παραλήρημα. Τα νοήματα είναι συγκεχυμένα. Αλλά μέσα τους υπάρχουν τα σπέρματα μιας μεγάλης ποίησης που παραμένουν όμως μόνο σπέρματα. Πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι, πλην όμως πολύτιμοι πλίνθοι και σοφοί κέραμοι, που εάν δεν πέθαινε, θα συναρμολογούσε, καθώς η ζωή θα τον πλούτιζε με την σοφία, να συλλαμβάνει με απλότητα και να αποδίδει με δύναμη τη ροή των οραμάτων στους στίχους του. Γιατί ο Morrison είναι καθαρά οραματικός ποιητής. Τα οράματά του μοιάζουν με σπινθήρες που δεν ανάβουν τη φωτιά αλλά σου επιτρέπουν να δεις τις αλήθειες για λίγο, κι έπειτα νέοι σπινθήρες διαδέχονται τους πρώτους κι αυτό συνεχίζεται, έτσι ώστε να μην ανάβει ποτέ η φωτιά αλλά να γίνεται ένας χορός σπινθήρων στο σκοτάδι. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Τζιμ Μόρισον:"Μια αμερικάνικη προσευχή".


[...] Ο Τζιμ Μόρισον, ως τραγουδοποιός, ως η φωνή και το άγριο βελούδο των "The Doors" στον ελληνικό χώρο μας είναι οικείος - ως έφηβος, θα συμπλήρωνα με μια μικρή πικρή δόση μαύρου χιούμορ. Ο ποιητής Μόρισον όμως σχεδόν αγνοείται. Κυρίως από τα έμψυχα ελληνικά μας, που θα τον αναπλάσουν στη συγκίνηση των Νεοελλήνων από έναν ακόμα αστέρα της ροκ που ενίοτε ποιητικολογούσε σε ένα φίλο και συνάμα εργάτη της γραφής, του οποίου η συμβίωση με το μελάνι του Αρθούρου Ρεμπώ,του Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, του Άλντους Χάξλεϋ καθώς και του Φρειδερίκου Νίτσε, ξύπνησε όχι απλώς ένα λεκτικό μίμο, αλλά αυτό που παραπάνω ονομάσαμε μάγο - μάγο του λόγου και του μύθου του. Ένα μάγο των λέξεων. Σύμφωνη με αυτήν την "αθώα αυθαιρεσία", που εμπεριέχεται σε κάθε αληθινή δημιουργία, είναι και η μεταμόρφωση από μέρους μου του έργου "An American Prayer" σε "Μια αμερικάνικη προσευχή". (Πάνος Δρακόπουλος, από το επίμετρο της έκδοσης)

Τζιμ Μόρισον:"Σημειώσεις για την όραση".


"Οι Doors και τα τραγούδια τους"


Ντάριο Φο:"Δεν πληρώνω...Δεν πληρώνω...".


«Σ' έναν καπιταλιστή δεν πρέπει ποτέ να λες: "Αχ, σας παρακαλώ, θα μπορούσατε να μου κάνετε λίγο χώρο ν' αναπνεύσω κι εγώ; Θα μπορούσατε να είστε λίγο πιο καλός, με λίγη περισσότερη κατανόηση; Ας συμφωνήσουμε...". Όχι. Ο μόνος τρόπος για να μιλήσεις μαζί τους είναι να τους στριμώξεις στον καμπινέ, να τους χώσεις το κεφάλι μέσα στη λεκάνη και να τραβήξεις το καζανάκι. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο, ίσως με λιγότερο φανταχτερές βιτρίνες, ίσως με λιγότερες λεωφόρους, αλλά με λιγότερες λιμουζίνες, με λιγότερους απατεώνες, τους πραγματικούς απατεώνες, αυτούς τους μισάνθρωπους με τις χοντρές κοιλιές. Κι έτσι θα είχαμε δικαιοσύνη».

Μάνκελ Χένινγκ:"Ματωμένα ίχνη".


Όταν η αρχαιολόγος Λουίζ Κάντορ επιστρέφει στη Σουηδία από την ανασκαφή της στην Αργολίδα και βρίσκει το γιο της, Χένρικ, νεκρό, αρνείται να πιστέψει ότι πρόκειται για αυτοκτονία. Αποφασισμένη να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από το θάνατό του, ερευνά τα χαρτιά και τις σημειώσεις του και συνειδητοποιεί πως αγνοεί σημαντικές πτυχές από την προσωπική του ζωή . Έκπληκτη, μαθαίνει ότι ο γιος της ήταν φορέας του AIDS και πως είχε μιαν ιδιόμορφη εμμονή με την περίφημη θεωρία συνωμοσίας για τον κλεμμένο εγκέφαλο του προέδρου Κένεντι. Με κίνητρο τη μητρική της διαίσθηση και προσπαθώντας να αξιοποιήσει διάφορα σκόρπια στοιχεία, ξεκινά την αναζήτηση μαζί με τον πρώην σύζυγό της και πατέρα του Χένρικ. Η Λουίζ σύντομα θα βρεθεί στην αρχή μιας ακολουθίας από ματωμένα ίχνη, τα οποία θα την οδηγήσουν μέχρι την Αφρική. Σε μια ήπειρο τσακισμένη από τις ασθένειες, τη φτώχεια και τη διαφθορά, θα αναζητήσει την αλήθεια για το θάνατο του γιου της και θα κοιτάξει στα μάτια τον ίδιο το φόβο, καθώς, απρόσμενα, έρχεται αντιμέτωπη με κερδοσκόπους οι οποίοι εκμεταλλεύονται τον βασανισμένο λαό της αφρικανικής ηπείρου.

Ίταλο Καλβίνο:"Μαρκοβάλντο ή οι εποχές στην πόλη".


Ο Μαρκοβάλντο αποτελείται από είκοσι ιστορίες. Κάθε ιστορία ασχολείται με μια εποχή. Τα χαρακτηριστικά του πρωταγωνιστή διαγράφονται μόλις κ μετά βίας: είναι ένας απλός ανθρωπάκος, κεφαλή μιας πολυμελούς οικογένειας, εργάζεται χειρωνακτικά ως αχθοφόρος σε μια εταιρία, είναι η τελευταία ενσάρκωση μιας σειράς αθώων φτωχοδιάβολων, όπως ο Τσάρλυ Τσάπλιν, με μια και μοναδική ιδιαιτερότητα: είναι ένας "Άνθρωπος της φύσης", ένας "Αγαθός Άγριος" εξόριστος σε μια βιομηχανική πόλη. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε "μετανάστη", παρόλο που η λέξη αυτή δεν εμφανίζεται ποτέ μέσα στο κείμενο· ο χαρακτηρισμός αυτός, όμως, θα ήταν ανακριβής, διότι όλοι σ' αυτές τις ιστορίες μοιάζουν "μετανάστες" σ' έναν ανοίκειο κόσμο από τον όποιο δεν μπορούν να ξεφύγουν. Βιβλίο για παιδιά; Βιβλίο για εφήβους; Βιβλίο για μεγάλους; Όλα αυτά τα επίπεδα συνεχώς αλληλοτέμνονται. Ή, μήπως, βιβλίο όπου ο συγγραφέας, μέσα από την οθόνη απλούστατων αφηγηματικών δομών, εκφράζει τη δική του περίπλοκη και διερευνητική σχέση με τον κόσμο